Για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του Σάββα Σ. Τσερκεζή, αυτό που ήταν γεμάτο με δυσκολίες και περιπέτειες, αυτό που σημάδεψε τη ζωή του και ο συγχωρεμένος Μαζωθκιανός δεν ήθελε με τίποτε να ξεχαστεί, κράτησε σημειώσεις. Τις κατέγραψε φτιάχνοντας έτσι, ένα χειρόγραφο βιβλίο, το οποίο τιτλοφόρησε «Το ημερολόγιον του βίου μου». Είναι ένα πραγματικά πολύτιμο βιβλίο, με πολλές, χρήσιμες, ιστορικές, κοινωνικές και άλλες πληροφορίες. Το χειρόγραφο ημερολόγιο ευτυχώς φυλάχτηκε και διασώθηκε από συγγενικό του πρόσωπο, τον ανεψιό του Σάββα Χαϊλή. Αφού εντοπίστηκε το χειρόγραφο, κυκλοφόρησε σε βιβλίο ύστερα από προσπάθειες και επιμέλεια του φιλόμουσου λογοτέχνη και συγγραφέα, κ. Φοίβου Σταυρίδη, από τη Λάρνακα και την οικονομική στήριξη του Πολιτιστικού Κέντρου της Λαϊκής Τράπεζας. Με την ενέργεια αυτή, ο Φοίβος Σταυρίδης έφερε στην επιφάνεια ένα «χρονικό» των τελευταίων δεκαετιών του 19ου και των πρώτων του 20ου αιώνα, το οποίο παρουσιάζει λογοτεχνικό ενδιαφέρον, ενώ παράλληλα πληροφορεί για τον τρόπο και τις συνθήκες ζωής, που επικρατούσαν στο Μαζωτό, την Κύπρο και σε άλλα μέρη της γης όπου ταξίδεψε ο Τσερκεζής.
Ο Τσερκεζής έζησε όλη την περίοδο της αγγλοκρατίας και λίγα χρόνια πριν και μετά από αυτή. Δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς, πως υπήρξαν άνθρωποι, με τόσο πολυκύμαντη ζωή που ακούγεται σαν παραμύθι. Από την παιδική ηλικία των έξι χρόνων, έχασε τη μητέρα του, δεχόμενος έτσι το πρώτο βαρύ κι ανεπανόρθωτο κτύπημα στο ροδοχάραμα της ζωής του. Από τα πρώτα εφηβικά του χρόνια, υποχρεώθηκε ν’αρπάξει τη ζωή στα χέρια του και να αντιμετωπίσει τις τόσες δυσκολίες της εποχής. Ήταν και δεν ήταν δεκατεσσάρων χρόνων, όταν ο πατέρας του τον συμβούλεψε να ξενιτευτεί σε άλλους τόπους, με την ελπίδα να ανοίξουν γι’ αυτόν καινούριοι δρόμοι, που θα τον έβγαζαν από τη φτώχια και τη μιζέρια.
Έτσι ο νεαρός Σάββας, πριν ακόμα χαρεί τον ήλιο και το χώμα του χωριού που γεννήθηκε, αναγκάζεται να τραβήξει τα στενά και δύσβατα μονοπάτια της μοίρας του. Ένα αυγουστιάτικο πρωινό του 1888, παρέα με δυο ξαδέρφια του, φεύγουν περπατητοί από το Μαζωτό για τη Λάρνακα κι από εκεί, λαθρομετανάστης, αφού δεν είχε να πληρώσει το εισητήριο, με την ψυχή στο στόμα από το φόβο εντοπισμού και σύλληψής του, με όπλο την πονηριά, καταφέρνει να πατήσει τα πόδια του σε ξένη γη. Πηγαίνει πρώτα στους δρόμους της Σμύρνης και της Αλεξάνδρειας, ύστερα της Βηρυτού και της Ιόππης και στο τέλος φτάνει σ’εκείνους του υπεραντλαντικού Λος Άντζελες και του Κλήβελαντ.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει για την πλούσια εθνική προσφορά του λεβεντόπαιδου από το Μαζωτό, πλάι στους αγωνιζόμενους Έλληνες αδερφούς, τόσο κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όσο και κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Όταν ξέσπασαν οι πόλεμοι ο Τσερκεζής ζούσε στο εξωτερικό. Υπακούοντας μόνο και μόνο στους άγραφους νόμους της συνείδησής του, έτρεξε αυθόρμητα και με ενθουσιασμό να υπερασπιστεί την ελληνική φυλή του, παρουσιαζόμενος από τους πρώτους και στους τρεις μεγάλους εθνικούς αγώνες. Αναχώρησε από την Αλεξάνδρεια για την Ελλάδα, στις 18 Μαρτίου το 1897, με σκοπό να καταταγεί στον ελληνικό στρατό και αργότερα από τη μακρινή Αμερική, για να πολεμήσει στους Βαλκανικούς Πολέμους.
Παίζοντας μαζί του άσχημο παιχνίδι η μοίρα, κατά την τελευταία μέρα των μαχών του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, ο Σάββας Τσερκεζής τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι, από βουλγάρικο εχθρικό βόλι.
Πιο κάτω δίνονται μερικά αποσπάσματα από το ημερολόγιο του, τα οποία σχετίζονται με σημαντικές στιγμές της ζωής του, όπως τα κατέγραψε ο μακαριστός συμπατριώτης μας.
Δίνεται μια γενική εικόνα για την οικογενειακή του κατάσταση και λίγα λόγια για τον πρώτο του ξενητεμό:
«Το παρόν ημερολόγιο εμπεριέχει όλα τα σπουδαία μου συμβεβηκότα, ήτοι περιπετείας διαφόρων ταξιδίων και διαφόρους άλλας δυσκολίας αίτινες μοι παρησιάζοντο εις πάσαν μου επιχείρησιν.
Κατάγομαι εκ του χωρίου Μαζωτού της επαρχίας Λάρνακος της νήσου Κύπρου.
Εγεννήθην τω 1874, Απριλίου 9.
Ο πατήρ μου ήτο πολύ πτωχός αλλ’ όμως προσεπάθησεν και με εξαπαίδευσεν ολίγον.
Η τύχη εξ αρχής εδείχθη δυσμενής προς εμέ, διότι είχον την ατυχίαν να χάσω την μητέραν μου ήτις απέθανεν τω 1880, αφήσασα εις τον ενδεή πατέρα μου τρία ανήλικα ορφανά, εξ ών το τρίτον μετά εν έτος ηκολούθησε την μητέρα του εις τας ουρανίους μονάς, δεν ηδυνήθη το ταλαίπωρον να ανθέξη την στέρησιν της μητρός διότι ήτο απολύτως αναγκαία δι’ αυτό η πολύτιμος εκείνη ύπαρξις, μόλις ήτο έξι μηνών όταν τον ύστατον έλαβε μητρικόν ασπασμόν, το έσφιξεν εις τας αγκάλας της η εκπνέουσα μήτηρ μου και στρέψας το ημιεσβεσμένον βλέμμα της προς τον εν απελπισία διατελούντα πατέρα μου, με φωνήν μόλις διακρινομένην είπε:
– «Σύζυγε μου, εις σε εγκαταλείπω τα προσφιλή μου τέκνα, σε παρακαλώ μη τα κακομεταχειρίζεσαι. Γνωρίζεις πόσας ταλαιπωρίας υπέφερα χάριν αυτών…ιδίως τα δύο αυτά,» δεικνύουσα εμέ και την μεγαλυτέραν μου αδελφήν, «διότι αυτό το μικρόν μετ’ ολίγον είμαι βεβαία ότι θα αποθάνη.»
Και το έσφιγγεν εις τας αγκάλας της, αλλ’ οι λυγμοί την έπνιγον και εις ολίγα λεπτά έπαυσεν· κατόπιν έκαμε νεύμα εις την θείαν μου να πλησιάση προς την κλίνην, τι είπεν εις αυτήν η ετοιμοθάνατος μήτηρ μου δεν γνωρίζω, το μόνον όπερ ενθυμούμαι είναι ότι η θεία μου ωδήγησε εμέ και την δεκαέτιδα αδελφήν μου πλησίον της ψυχορραγούσης μητρός μας, ήτις ακούμπησε την ψυχράν χείραν της επί της κεφαλής μου και εψέλλισεν:
«Άχ!… παιδιά μου,» μας λέγει, «θα αποθάνω…» και μας ησπάσθη[ν].
Η κεφαλή της επανέπεσεν επί του προσκεφάλου, εψέλλισεν ακόμη μερικάς ανάρθρους λέξεις και τότε ήρχισεν να ρέγχη. Τότε ήρχισαν όλοι να κλαίουν, έκλαιον και εγώ αλλά το κλάμαν το δικό μου ήτο μιμητικόν, δεν προήρχετο εκ λύπης, διότι δεν ήσθανόμην το μέγεθος της συμφοράς μας, και απόδειξις της αναισθησίας μου ήτο ότι μετ’ ολίγον ήρχισα να καταβροχθίζω διάφορα οπωρικά άτινα είχον φέρει αι επισκέπτριαι συγγενείς μας εις την ασθενή μητέρα μου.
Πώς απέθανεν, πώς εκηδεύθη, δεν ενθυμούμαι ποσώς, αλλ’ ο πατήρ μου εξηκολούθει να κλαίη επί πολλάς έτι ημέρας……….
Αφ’ ης εποχής εγκατέλειψα το θρανίον απεδόθην εις χιλίων ειδών εργασίας, ήλλαξα πέντε-έξι προϊσταμένους, μέχρι του 1888 οπότε ο πατήρ μου απεφάσισε να με στείλη εις Σμύρνην όπου επρόκειτο να αναχωρήσωσι και δύο ανεψιοί του ενήλικες. Η αδελφή μου καθώς ήκουσε τον πατέρα μου να μοι ομιλεί περί ταξιδίου είπε:
– «Πού έχεις σκοπόν πάλιν να τον στείλης,» του λέγει, «ή μήπως έχεις κατά νουν να τον ξενιτέψης;»
– «Αυτό ακριβώς απεφάσισα, κόρη μου,» της λέγει.
Στο επόμενο απόσπασμα ο Τσερκεζής περιγράφει τον τραυματισμό του στο πεδίο της μάχης, στο τέλος του Βαλκανικού Πολέμου:
– «Άχ! Βρέ παιδιά,» λέγω εις τους παραπλεύρως μου στρατιώτας, «με εκτύπησαν τα σκυλιά.»
Το πόδι μου είχε μουδιάσει, το αίμα έρρεεν εκ της πληγής, ο εις εκ των συναδέλφων μου, μού αφήρεσε την αρβύλα ο δε άλλος δι’ επιδέσμου ον έφερον μετ’ εμού μου προσέδεσε το τραύμα, η σφαίρα είχεν εξέλθει θραύσασα το κνημιαίον οστούν, με παρέλαβεν τότε ο εις το αριστερόν μου ευρισκόμενος στρατιώτης επ’ ώμου, εις εικοσάδα βημάτων χαμηλότερον ευρίσκετο ο λοχαγός με το ήμισυ του λόχου ως εφεδρεία όπως συμπληρώνη τα κενά, μόλις με είδε ηγέρθη και με ηρώτησεν που ετραυματίσθην, ο φέρων με στρατιώτης εζήτησεν ένα ακόμη ως βοηθόν όπως με μεταφέρη εις το χειρουργείον. Ο λοχαγός μετά προθυμίας διέταξεν ένα ακόμη στρατιώτην, λέγων εις αυτόν:
«Τρέχα, βοήθησε τον, διότι ο Σάββας είναι το καλό μας παιδί.»
Επί μίαν και πλέον ώραν εβάδιζεν ο επί του ώμου του φέρων με στρατιώτης, ανήρχετο υψώματα και διήρχετο ρύακας, συνηντήσαμεν τον ιατρόν του τάγματος τον οποίον παρεκάλεσα να ίδη το πόδι μου εάν ήτο καλά δεμένον, διότι κατά διαστήματα έσταζεν αίμα εκ της πτέρνας, ο ιατρός με εβεβαίωσεν ότι δεν υπήρχεν κανείς κίνδυνος να πάθω από αιμορραγίαν διότι το χειρουργείον ευρίσκετο πλησίον, από εκεί με παρέλαβον εντός φορείου δύο τραυματιοφορείς και με μετέφερον εις το χειρουργείον, εις αρχίατρος βοηθούμενος υφ’ ενός δοκίμου έσχισεν τους επιδέσμους και επεθεώρησεν το τραύμα, με ηρώτησε το όνομά μου ως και τον λόχον και το σύνταγμά μου και εσημείωσεν το δελτίον: τραύμα διαμπερές, με κάταγμα κνημιαίου οστού.
Την μεσημβρίαν εμάθαμεν ότι υπεγράφη η ανακωχή.»
Τρίτο απόσπασμα από το έγο του Σάββα Τσερκεζή, αναφέρεται στην υποδοχή που του επεφυλάχθηκε με το τέλος του πολέμου, κατά την επιστροφή του στο Μαζωτό.
«Ουδέποτε θα λησμονήσω την υποδοχήν εκείνην, η χαρά των αγαθών χωρικών ήτο εζωγραφισμένη εις όλων τα πρόσωπα, ήτο όντως βασιλική υποδοχή, ήτο εν μικρογραφία ομοία εκείνης όπου έγινεν εις Αθήνας εις τον Βασιλέα Κωνσταντίνον, ο κώδων της εκκλησίας του χωρίου ήχει καλών τους πάντας προς συγκέντρωσιν, ο διδάσκαλος μετά των μαθητών του σχολείου, Κωνσταντίνος Συμεών, φέρων στέφανον με διάφορα άνθη δια της αριστεράς χειρός, δια δε της δεξιάς έκαμε χειρονομίαν εις τον αμαξάν να σταματήση, εις ευσταλής νέος κρατών την ελληνικήν σημαίαν επλησίασεν την θύραν της αμάξης όπως με βοηθήση να κατέλθω, μια ομοβροντία εχαιρέτησε την εκ
της αμάξης έξοδόν μου, μια δωδεκαέτις κόρη μου προσέφερεν μικράν ανθοδέσμην, ην ησπάσθην εις το μέτωπον, ο διδάσκαλός μου εξεφώνησεν ενθουσιαστικόν λόγον και μου προσέφερε τον στέφανον, ήρχισαν τότε οι ασπασμοί, πρώτη με εφίλησεν η αδελφή μου, η συγκίνησίς μου ήτο τοιαύτη ώστε δεν ηδυνάμην να ομιλήσω, κατόπιν προηγουμένου του διδασκάλου, ωδηγήθημεν όλοι εις την εκκλησίαν όπου εψάλη δοξολογία, έξωθεν της εκκλησίας οι συγκεντρωθέντες έψαλον τον εθνικόν ύμνον, εκεί εζήτησα όπως μοι δείξωσιν τον τάφον του προ έξι μηνών αποβιώσαντος πατρός,(το κοιμητήριο βρισκόταν στην αυλή της εκκλησίας) εκεί προσηυχήθην ολίγα λεπτά και κατόπιν διηυθύνθην εις τον οίκον της αδελφής μου ένθα έγινεν η δεξίωσις.»