Αναμφισβήτητα η Χοιροκοιτία κατέχει την σπουδαιότερη θέση ανάμεσα στις σελίδες της Κυπριακής Προϊστορίας. Αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εστίες ανθρώπινης ομαδικής συνύπαρξης και χαρακτηριστικό δείγμα του πρώτου, αυθεντικού λαϊκού μας πολιτισμού, εφαλτήριο μοναδικό στον τομέα μελέτης και έρευνας της ζωής των αρχαίων προπατόρων μας. Ο ερχομός στην επιφάνεια, του αρχαιότερου μέχρι σήμερα νεολιθικού συνοικισμού στην πατρίδα μας, αποτελεί σταθερό πόλο έλξης χιλιάδων ξένων επισκεπτών και η Χοιροκοιτία μέσα από διεθνή αρχαιολογικά και άλλα επιστημονικά συνέδρια, έγινε γνωστή στον κόσμο της πολιτισμένης ανθρωπότητας. Πολλά από τα ευρήματα των ανασκαφών σε χώρους του οικισμού, εκθέτονται σε Μουσεία του τόπου μας και του εξωτερικού, προβάλλοντας έτσι, ένα μέρος της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς της μεγαλονήσου.
Μετά τη δημιουργία και λειτουργία του οικισμού για σχετικά μεγάλη χρονική περίοδο, αργότερα, η ανθρώπινη παρουσία στη Χοιροκοιτία εξαφανίστηκε για δεκάδες αιώνες, και τα δημιουργήματά της παρέμεναν θαμμένα, ένεκα της μακρόχρονης εγκατάλειψης και της πολύπλευρης φυσικής ή και ανθρώπινης φθοράς. Σπίτια και οχυρώσεις, αγγεία και ειδώλια, εργαλεία και κοσμήματα, θάφτηκαν όλα στο μέρος όπου φτιάχτηκαν και χρησιμοποιήθηκαν, μια χέρσα και θαμνώδη βουνοπλαγιά. Ο αρχαίος οικισμός ήταν τελείως άγνωστος, αφού δε γίνεται καμιά αναφορά του σ’ επιγραφές και μέχρι την ανακάλυψη του, δεν παρουσιαζόταν μέσα σε κάποιο έντυπο ή φωτογραφικό υλικό. Μόνο με το ενδιαφέρον, την παρατηρητικότητα, και την ειδική επιστημονική κατάρτιση, του τέως Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου, μακαριστού Πορφύριου Δίκαιου, το έτος 1936, ο κρυμμένος θησαυρός της Χοιροκοιτίας, ήρθε να λάμψει κάτω από τις χρυσές ακτίνες του κυπριακού ήλιου.
Σε απόσταση αναπνοής από το διαλυμένο πανάρχαιο οικισμό, μετά από αιώνες σιωπής και σε χρόνο ανύποπτο, η ζωή στους λόφους και στους κάμπους της περιοχής ξανάνθισε. Νέοι άνθρωποι, νέα πνοή, με τη θεία πλάση να ντύνεται τα πολύχρωμα εποχιακά της φορέματα, να ομορφαίνει το τοπίο και να σκορπίζει τριγύρω, ολόχρονα, ανεπανάληπτες, θεσπέσιες μυρωδιές. Η αρχαία Χοιροκοιτία μπορεί να ήταν κρυμμένη και άγνωστη, αλλά πάντα βρισκόταν εκεί. Θαμμένη λίγα πόδια, κάποια μέτρα κάτω απ’ τη γη, περίμενε την ώρα του θαύματος, την ώρα της αιώνιας «Ανάστασης». Ένα θαύμα που σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου πραγματοποιήθηκε και στάθηκε αφορμή, ν’ ακουστεί σ’όλη την οικουμένη το πολυβασανισμένο νησί! Ο τόπος τούτος είναι πηγή ζωής, είν’ ένα διαμαντένιο κομμάτι της μακρόχρονης ιστορίας μας. Δικαιωματικά άξιζε στην άσημη για χρόνια κοινότητα, να ξανακουστούν στο στενό της ορίζοντα, ανθρώπινες λαλιές, ήσυχες κατανυκτικές προσευχές και θερμές παρακλήσεις -η Παναγιά του Κάμπου κι ο Άης Ιάκωβος ξέρουνε πόσες- να περπατήσουν και να τρέξουν τα πιτσιρίκα, να ηχήσουν τα ποδοβολητά των πεταλωμένων ζώων πάνω στα λιθοστρωμένα δρομάκια της και να ξαναφανούν οι «προκοπάδες» κι οι «δούλεψες» των ροζιασμένων χεριών, των αγνών, απλοϊκών κατοίκων της. Η ιστορία δε φάνηκε άδικη. Η Χοιροκοιτία ξαναζωντάνεψε και συνεχίζει μέσα στο χρόνο, σταθερά την πορεία της.
Τα χωράφια στον πλαϊνό κάμπο, χρόνια ακαλλιέργητα, ίσως κι απάτητα, καρτερούσαν να υποδεχτούν το ζευγολάτη με τα «ζα» να σέρνουν το ξυλάλετρο. Σαν πατέρα ν’ αγκαλιάσουν και να φιλήσουν το μυτερό «υνί», ν’«αγγαστρωθούν» από τους σπόρους που θα ρίξει ο ζευγάς στις αυλακιές και να καρποφορήσουν γεννήματα. Αυτά που θα θρέψουν την ευλογημένη κληρονομιά του Υψίστου. Χέρσα γη και γη ξεχερσωμένη, παραδόθηκαν στα χέρια του αγρότη και του βοσκού, για να τους τροφοδοτήσουν με γάλα και ψωμί. Δυο αγαθά μόνιμα ζυμωμένα με τον τίμιο ιδρώτα των χεριών και του προσώπου τους.
Πρέπει να ήταν, κάπου ανάμεσα 10ου και 12ου αιώνα, όταν οι άνθρωποι ξαναρίζωσαν στη Χοιροκοιτία και ξανάδωσαν συνέχεια στη ζωή, που ξεκίνησε χιλιάδες χρόνια νωρίτερα. Άρχισαν να καλλιεργούν τη γη και να φυτεύουν δέντρα, σιτηρά, όσπρια και λαχανικά. Φυτεύτηκαν εκατοντάδες ελαιόδεντρα που χάρισαν στη φύση μια ξεχωριστή βιβλική ομορφιά και στους χωρικούς, εύγεστο καρπό και μυρωδάτο λάδι. Φυτεύτηκαν και πολλά χαρουπόδεντρα, πάνω στα οποία για μερικές δεκαετίες, μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα, κρέμονταν ράβδοι μαύρου χρυσού, και σήμερα, απλά ξυλοκέρατα. Καρποί που δεν κεντρίζουν πια το ενδιαφέρον του παραγωγού, αφού η εκμετάλλευση τους έπαψε να ‘ναι συμφέρουσα.
Οι θαμνώδεις βουνοπλαγιές του χωριού, ποιος ξέρει πόσους καιρούς απάτητες, περίμεναν την ευλογημένη ώρα που θα ξαναπατιούνταν από της βοσκής τα τετράποδα και τις βαριές, σχεδόν ασήκωτες, «τσαγκαροποδίνες» του βρακά, μουστακαλλή τσοπάνη τους. Ο χρόνος κύλησε κι ήρθε η άγια μέρα που οι ράχες των βουνών δέχτηκαν και φιλοξένησαν τ’ άκακα πρόβατα. Τ’ άψυχα κι ατάραχα ψηλά βουνά φίλεψαν με τα ζωντανά και μέχρι χτες ζούσαν αχώριστα, το ένα δεμένο πάνω στο άλλο. Σήμερα καινούρια μέρα ξημέρωσε. Η εικόνα της νομαδικής βoσκής με τα κοπάδια να περιπλανώνται στους κάμπους, είτε ν’ ανηφορίζουν και να κατηφορίζουν τα ήρεμα βουνά και τον τσοπάνη με τα μαντρόσκυλα, πότε μπροστά και πότε πίσω τους, πάει να σβήσει ολότελα από τα μάτια μας. Πολλές κινούμενες εικόνες της κυπριακής υπαίθρου εξαφανίστηκαν «ανεπιστρπτί». Τα στεγάδια στις αυλές των σπιτιών κι οι μάνδρες στους κάμπους -φυσικές και τεχνητές- παραχώρησαν τη θέση τους σε νέα υποστατικά, τις καλούμενες «φάρμες». Οι βοσκοί που ξέραμε και συνηθίσαμε, εξέλειπαν. Η νέα κτηνοτροφική τάξη, οι καλούμενοι «φαρμαδόροι», ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό την επιχείρηση από το καφενείο ή το σπίτι τους. Μπορεί κάποιος εργάτης αλλοδαπός, να εκτελεί οδηγίες τους.
Στο νεόκτιστο οικισμό, οι κάτοικοι, χρησιμοποιώντας ασβεστόπετρες της περιοχής, έκτισαν μ’ ομορφιά και μαστοριά, σπίτια μεγάλα και μικρά, τα περισσότερα διώροφα, μ’ εσωτερικές αυλές στολισμένες με καταπράσινα, λουλουδιασμένα φυτά. Σ’ αρκετές περιπτώσεις, οι πεντακάθαρες αυλές σκιάζονται από ψηλές κληματαριές ή κάποια λεμονόδεντρα, στη δροσιά των οποίων αναπαύονται, ιδιαίτερα τις καλοκαιρινές νύκτες, οι άνθρωποι του σπιτιού, κάποιες φορές συντροφιά με γειτόνους ή και φίλους τους. Η πέτρα της περιοχής σαν δομικό υλικό χρησιμοποιείται αδιάκοπα. Χιλιάδες χρόνια μετά κι οι βραχόπετρες της Χοιροκοιτίας, μαζί με τ’ ασπρόχωμα, συνεχίζουν να στεγάζουν τον κόσμο τους.
Κάπου στα δυτικά του πυρήνα του χωριού, βρίσκεται η αναπαλαιωμένη και επαγγελματικά διαμορφωμένη πλατεία. Μικρή και στενόμακρη, χωρίζει κατά μήκος την εκκλησία του Αγίου Ιάκωβου από το τοπικό εμπορικό κέντρο, ενώ από τα δυο παράλληλα άκρα της, μερικά «στενά», αλλά μακρά, φιδίσια δρομάκια, διακλαδώνονται στο χωριό, περνώντας μπροστά απ’όλα τα σπίτια και τα υποστατικά της κοινότητας. Απ’ αυτά τα δρομάκια, καθημερινά ξεπροβάλλουν δεκάδες κάτοικοι. Πότε το πρωινό, πότε το μεσημέρι και πότε τ’ απόγευμα, ένας – ένας καταφθάνουν στη δική τους πλατεία. Με βάση αυτή τη μικρούτσικη, αλλά χαριτωμένη πλατεία, κάποιοι θα πάνε να ‘κκλησιαστούν, κάποιοι θα πάνε στα μπακάλικα για ψώνια, άλλοι θα πορευτούν για συναλλαγές στην Τράπεζα, κι οι άντρες, θα δώσουν το παρόν τους στην ψυχή του οικισμού, που δεν είναι άλλη, από το παραδοσιακό καφενείο, ένα καθαρά ανδρικό, κυπριακό «στέκι». Σ’αυτό θ’απολαύσουν το καφεδάκι τους ή κάποιο ζεστό ή δροσιστικό ποτό, θα ξεκουραστούν, θ’ ανταλλάξουν μεταξύ τους κουβέντες, θα κουτσομπολέψουν την καθημερινότητα, θα εκφέρουν γνώμες κι απόψεις γύρω από τις πολιτικές καταστάσεις -χαρακτηριστικό γνώρισμα των Κυπρίων- ακόμα να κλείσουν μεταξύ τους μικροσυμφωνίες και να φέρουν σε πέρας μικροσυναλλαγές. Στο καφενείο έχουν την ευκαιρία να παίξουν ομαδικά, επιτραπέζια παιγνίδια, όπως τάβλι, «χαρτιά», σκάκι κ.ά. Είναι το κυπριακό καφενείο, ο κοινότερος τόπος συνάντησης συγχωριανών και φίλων, τόπος ψυχαγωγίας, συζητήσεων, επίλυσης προβλημάτων και άλλων εκδηλώσεων του ανθρώπινου βίου. Συχνά βλέπεις κάποιο γεωργό να φτάνει στην πλατεία οδηγώντας το «τρακτέρ» του. Επέστρεψε από τις δουλειές των χωραφιών και πριν πάει στο σπίτι του, προτιμά ν’ αφήσει μέρος της κούρασης πάνω στις «τόνενες» καρέκλες του καφενείου. Το καφενείο για το χωρικό είν’ ένα δεύτερο σπίτι. Μια οικεία, ζεστή φωλιά. Ιδιαίτερα για τους συνταξιούχους κατοίκους, είναι μια γλυκιά συντροφιά, την οποίαν επιζητούν.
Το βιβλίο του Κώστα Παπαγεωργίου “Χοιροκοιτία – Δια μέσου των αιώνων”
