Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα ηλικιωμένο ανδρόγυνο, που ζούσε αγαπημένο κι ευτυχισμένο σε κάποιο μικρό και απόμερο χωριό της Κύπρου. Τον άνδρα τον έλεγαν Παναή και τη γυναίκα του Μαρία.
Είχαν ένα περιβόλι, στο οποίο εργάζονταν από τα χαράματα ίσα με το βράδυ. Καλλιεργούσαν σχεδόν όλων των ειδών τα φρούτα, τα όσπρια και τα λαχανικά. Σε μια γωνιά του περιβολιού δημιούργησαν μικρό κοτέτσι, εξασφαλίζοντας από αυτό, κρέας και αυγά. Δίπλα του στέγασαν δυο τρεις κατσίκες, από τις οποίες έπαιρναν το γάλα τους. Έτσι, από το περιβόλι έπαιρναν, όλη την καθημερινή τους τροφή. Πολύ λίγα φαγώσιμα τους έλειπαν.
Ήταν μήνας Δεκέμβρης και σε λίγες μέρες θα ερχόταν η πρωτοχρονιά. Ο Παναής με τη Μαρία χρειάζονταν χρήματα, για να κάνουν τα απαραίτητα ψώνια για το σπίτι τους. Κι όχι μόνο αυτό. Κάθε πρώτη μέρα του χρόνου, συνήθιζαν να κάνουν δώρα στα εγγόνια τους ή τους έδιναν χρήματα. Μια συνήθεια που συνηθίζεται μέχρι σήμερα στην Κύπρο.
Κατά καλή τους τύχη, εκείνη τη χρονιά, η σοδειά του περιβολιού ήταν τόσο πλούσια, όσο καμιά άλλη φορά! Γι’ αυτό, αποφάσισαν να πουλήσουν μερικά από τα προϊόντα τους, στο διπλανό χωριό. Εκεί, οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν βοσκοί, αφού τα κτήματά τους ήταν ορεινά και δεν μπόρεσαν ποτέ να φτιάξουν περιβόλια. Αν πήγαιναν σ’ εκείνο το χωριό, σίγουρα θα ξεπουλούσαν τα προϊόντα τους. Μάλιστα, θα ‘παιρναν καλά λεφτά, με τα οποία θ’ αγόραζαν ότι ήθελαν.
Πώς θα πήγαιναν όμως στο γειτονικό χωριό, αφού δεν είχαν γαϊδούρι ούτε μουλάρι; Με τα πόδια ήταν δύσκολο αν όχι και ακατόρθωτο. Ο δρόμος από το ένα χωριό στο άλλο ήταν μακρύς και ανηφορικός. Σκέφτηκαν λοιπόν, να δανειστούν το γαϊδούρι της γειτόνισσας και να την πληρώσουν. Άλλο που δεν ήθελε η γειτόνισσα, χήρα και φτωχή γυναίκα καθώς ήταν. Δέχτηκε, και πρωί – πρωί, γέμισαν τα κοφίνια με φρούτα, όσπρια και λαχανικά και τα φόρτωσαν στο γαϊδούρι.
Θα πήγαινε μόνο ο άνδρας, γιατί η γυναίκα έπρεπε να φροντίσει κάποιες αναγκαίες δουλειές στο περιβόλι. Ο Παναής καβαλίκεψε το ζώο, αποχαιρέτισε την κυρά του κι ευχήθηκε, να τους έρθουν όλα βολικά.
– Άντε στο καλό και καλές πωλήσεις, του είπε η Μαρία, κατευοδώνοντάς τον να πάει στο καλό. Και συμπλήρωσε το κατευόδιο της μ’ ένα ποιηματάκι:
Μήτε χόρτο, μήτε μήλο, ούτε ρόδι ή μαντορίνι
στο κοφίνι μας να μείνει.
– Από το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτιά, Μαρία, είπε ο Παναής, σπιρουνιάζοντας το γαϊδούρι, για να κάνει γοργά βήματα.
Μόνος με το ζώο στο δρόμο, σίγουρα ήθελε να περνά ευχάριστα η ώρα του ταξιδιού. Γι’ αυτό, αποφάσισε να τραγουδά, παρόλο που δεν είχε μελωδική φωνή. Δεν είχε φτάσει ακόμα το μεσημέρι, όταν ο Παναής, συνάντησε μπροστά του τα πρώτα σπίτια του χωριού. Σαν πάτησε τα πόδια του στο δρόμο, άρχισε με τη συρτή φωνή του, να διαλαλεί την πραμάτεια του:
– Έχω και πουλώ φρούτα και λαχανικά. Κοπιάστε ν’ αγοράσετε φρέσκα και φτηνά, φρούτα και λαχανικά α α α…. Πορτοκάλια, μαντορίνια, καρπούζια, μήλα και αχλάδια. Τρυφερά σέλινα, μαρούλια, ντομάτες και αγγούρια. Κοπιάστε καλοί μου άνθρωποι. Ο μανάβης ήρθε στα πόδια σας. Ελάτε να προλάβετε.
Είτε το είχαν οι μέρες, είτε οι ξενοχωρίτες είχαν ανάγκη τα προϊόντα του Παναή, δεν είχε περάσει ούτε από τα μισά σπίτια του χωριού και ξεπούλησε ότι πήρε μαζί του. Γέμισε το πορτοφόλι του με χρήματα, γι’ αυτό και χαιρόταν σαν μικρό παιδί. Γελούσαν και τα μουστάκια του που λέει ο λόγος. Μ’ ένα πήδημα βρέθηκε πάνω στο γαϊδούρι και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Φανταζόταν την ώρα που θ’ αντάμωνε τη γυναίκα του. Θα της έριχνε το πουγγί με τα χρήματα στην ποδιά της. Ν’ αγοράσει ότι χρειαζόταν για τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς. Αλεύρι, λάδι και ζάχαρη για τα γλυκά και τα χριστόψωμα. Γαλοπούλα, ρύζι κι ότι άλλο ήταν αναγκαίο για το γιορτινό τραπέζι. Και το σπουδαιότερο, το καλοκάγαθο ανδρόγυνο, θ’ αγόραζε δώρα για τα εγγονάκια του. Ακόμα και τα φτωχά παιδάκια του χωριού σκέφτονταν.
Βρισκόταν στα μισά του δρόμου, όταν από την πολλή κούραση νύσταξε. Ξεπέζεψε στη σκιά ενός πεύκου, όμως, σκεφτόταν πού να δέσει το γαϊδούρι, μην τύχει και το κλέψουν. Ήταν βλέπετε δανεικό. Ο καλοκάγαθος άνθρωπος μονολογούσε:
– Αν το δέσω στον κορμό του δέντρου, μπορεί να το ξεδέσουν οι κλέφτες, να το πάρουν μαζί τους και να μην τους αντιληφθώ. Αν το δέσω σε παλούκι, το ίδιο και χειρότερα. Πού να το δέσω, πού να το δέσω;
Εκεί που οι σκέψεις γυρόφερναν στο μυαλό του, του ήρθε μια πολύ πρωτότυπη ιδέα.
– Θα το δέσω πάνω στα γένια μου, είπε. Αν έρθουν κλέφτες να το πάρουν, από το θόρυβο που θα κάνουν, θα ξυπνήσω και τότε θα το βάλουν στα πόδια.
Το ‘πε και το ‘κανε, ο Παναής. Έδεσε το σχοινί του ζώου πάνω στα μακριά του γένια και κοιμήθηκε του καλού καιρού. Στα χρόνια του παραμυθιού, όλα ήταν δυνατά. Νάσου και καταφτάνουν τρεις κλέφτες. Είχαν κλέψει ένα κιβώτιο με λεφτά, βαρύ και το κουβαλούσαν στα χέρια. Σαν είδαν το γαϊδούρι δεμένο στα γένια του γέρου, γέλασαν και τα μουστάκια τους από χαρά. Σκέφτηκαν να το πάρουν και να φορτώσουν στη ράχη του, το βαρύ κιβώτιο με τα κλεμμένα. Χωρίς να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο, πήραν το ψαλίδι που είχαν μαζί τους κι έκοψαν τα γένια του γερο – Παναή. Άρπαξαν το γαϊδούρι, του φόρτωσαν το κιβώτιο κι ο]πού φύγει – φύγει. Όσο για τον Παναή, τίποτε δεν είδε, τίποτε δεν άκουσε. Μόνο σαν ξύπνησε, τα χρειάστηκε ο κακόμοιρος. Κοίταξε τριγύρω του, αλλά γαϊδούρι πουθενά. Έβαλε τις φωνές, μα κανένας δεν αποκρίθηκε. Πήγε να χαϊδέψει τη μακριά γενειάδα του, αλλά έμεινε άφωνος! Τα γένια του έλειπαν. Από εκείνη την ώρα μπήκε σε βαθύ συλλογισμό.
– Άραγε εγώ είμαι ο Παναής, ή πρόκειται για κάποιον άλλο; Μήπως, αυτές τις μέρες που είναι «Δωδεκάμερα», ήρθαν εδώ καλικάτζαροι και άρπαξαν τον Παναή και άφησαν άλλο στη θέση του; Θα πάω στη Μαρία να τη ρωτήσω, αν επέστρεψε ο Παναής. Αν πει πως επέστρεψε, σημαίνει πως εγώ, είμαι άλλος. Αν πει πως δεν επέστρεψε, σημαίνει πως εγώ είμαι ο Παναής.
Φτάνοντας στο σπίτι του, φώναξε από την εξώπορτα:
– Ε …Μαρία, ο Παναής ήρθε στο σπίτι;
– Όχι, ακόμα δε γύρισε, απάντησε η Μαρία.
– Πω, πω, ώστε εγώ είμαι ο Παναής. Τι θα κάνω τώρα; Πώς θα γλιτώσω από τα χέρια της γειτόνισσας που χάθηκε το γαϊδούρι της; Θα θέλει να της πληρώσω την αξία του.
Στενοχωρημένος καθώς ήταν, σκέφτηκε να καμωθεί τον πεθαμένο. Ξάπλωσε στο πάτωμα του σπιτιού, σταύρωσε τα χέρια, έκλεισε τα μάτια και καμώθηκε τον πεθαμένο. Η γυναίκα του, απονήρευτη και αγαθή, τον σκέπασε με ένα σεντόνι κι άρχισε να μοιρολογά, πιστεύοντας πως έχασε τον άντρα της.
– Αχ, τον Παναή μου και μου τον σκότωσαν. Τέτοια τύχη είχε στα γηρατειά του ο άντρας μου. Παναή μου και δε θα σε ξαναδώ… Έχασα τον καλό μου σύντροφο.
Η γειτόνισσα που άκουσε τα γοερά κλάματα, έτρεξε στο σπίτι των γειτόνων της. Η Μαρία της διηγήθηκε τα όσα συνέβηκαν και στο άκουσμα του χαμού του γαϊδουριού της, άρχισε κι εκείνη τα κλάματα. Από τη μια η Μαρία:
– Έχασα τον Παναή μου, που ‘ταν όλη η ζωή μου.
Κι από την άλλη η γειτόνισσα:
– Κι έχασα κοτζιάμ γαδούρι, μ’ ολοκαίνουριο στρατούρι.
– Πού επήγες Παναή κι έμεινα πια μοναχή;
– Γάδαρέ μου, πού εχάθης ‘κει που είσαι, να μου γράφεις.
– Παναή μου…..
– Γάδαρέ μου… Γάδαρέ μου.
– Παναή μου…
Ήταν αργά το απόγευμα, όταν με κλάματα και οδυρμούς, έφτασαν στο σπίτι οι συγχωριανοί για να μεταφέρουν το νεκρό στην εκκλησία. Θα έμενε στο ναό, μέχρι την επόμενη μέρα που θα γινόταν η κηδεία. Έτσι συνήθιζαν την παλιά εποχή.
Όταν έκλεισε η πόρτα της εκκλησίας και έπεσε το σκοτάδι, έφτασαν εκεί οι τρεις κλέφτες. Σαν είδαν πως μέσα στο ναό υπήρχε φως από τα αναμμένα κανδήλια, αποφάσισαν να μπούνε μέσα, να κάνουν τη μοιρασιά και ύστερα να τραβήξει ο καθένας το δρόμο του.
Ο Παναής, που τον κούρασε η προσπάθεια να καμώνεται τον πεθαμένο, σταύρωσε τα χέρια του και αποκοιμήθηκε. Οι κλέφτες είδαν το νεκρό και για να μη φοβούνται, αλλά και να βλέπουν καλύτερα στη μοιρασιά των κλεμμένων, άναψαν ένα κερί και το κόλλησαν στο μέτωπο του Παναή. Με ένα σκουφί που το γέμιζαν κλοπιμαία, άρχισαν τη μοιρασιά, ένα δικό σου, ένα δικό μου. Ενώ γινόταν αυτό, το αναμμένο κερί έλιωσε κι έκαψε το μέτωπο του Παναή.
– Α, α, α. φώναξε δυνατά ο Παναής και πετάχτηκε τρομαγμένος από τον πόνο, αλλά και το φόβο, μόλις αντιλήφθηκε τους κλέφτες. Οι κλέφτες νομίζοντας πως ο νεκρός ζωντάνεψε, το έβαλαν στα πόδια και απού φύγει – φύγει. Στη βιασύνη τους άφησαν το θησαυρό μέσα στο ναό.
Ο Παναής σαν είδε όλο εκείνο το θησαυρό, έμεινε με το στόμα ανοικτό! Ποιοι να ήταν άραγε εκείνοι, που έφεραν τόσα πολλά χρήματα και χρυσαφικά μέσα στην εκκλησία; Όποιοι και να ήταν, έφυγαν τρεχάτοι, που σημαίνει πως κάτι δεν πήγαινε καλά στην όλη υπόθεση.
– Τώρα είναι δικά μου, είπε ο Παναής, που φορτώθηκε όλο το θησαυρό και ξεκίνησε για το σπίτι του.
Η γυναίκα του μόλις τον είδε, δεν πίστευε στα μάτια της για ότι έβλεπε. Ο άντρας της όχι μόνο ήταν ζωντανός αλλά και ο πλουσιότερος του χωριού. Τόσα χρήματα και τόσα χρυσά στολίδια, δεν ξανάδαν ποτέ στη ζωή τους. Πρώτη τους δουλειά, αγόρασαν γαϊδούρι για τη γειτόνισσα και άλογο για τον εαυτό τους. Ύστερα, μια που πλησίαζε η μέρα της πρωτοχρονιάς, φρόντισαν να μην μείνει κανένα σπίτι χωρίς φαγητό.
Ο Παναής και η Μαρία έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα.
Αφήγηση παραμυθιού: Θάλεια Ανδρέα Ζαβρού από το χωριό Λιμνάτι Λεμεσού.
Καταγραφή, απόδοση στη νεοελληνική και μερική διασκευή: Κώστας Παπαγεωργίου