Παρά τον τερματισμό λειτουργίας των κυπριακών γυναικείων μοναστηριών, που παρατηρήθηκε με την έναρξη της περιόδου της τουρκοκρατίας (1571), υπάρχουν ενδείξεις που συνηγορούν ότι ο γυναικείος μοναχισμός στο νησί, δεν εγκαταλείφθηκε ολότελα. Διατηρήθηκε «κατά το δυνατόν» ζωντανός, από μερικές ενάρετες και τολμηρές χριστιανές, που επέλεξαν την πλήρη αφοσίωσή τους στον Θεό. Ντυμένες το μοναχικό ένδυμα και τηρώντας κάποιο μοναχικό πρόγραμμα, ζούσαν «ως κατ’ οίκον μοναχές», εκκλησιαζόμενες στον ναό της ενορίας όπου κατοικούσαν. Πολύ πιθανόν, οι εν λόγω μοναχές, να τελούσαν υπό την πνευματική καθοδήγηση ενός σεβάσμιου Ορθόδοξου ιερέα, ή και μοναχού, αφού τα μοναστήρια της Παναγίας του Κύκκου και του Μαχαιρά ήταν πάντα επανδρωμένα, έχοντας συνέχεια τις πόρτες τους ανοικτές και τα κεριά αναμμένα.
Σε οθωμανικό έγγραφο του 1606, το οποίο φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Κύκκου, πληροφορούμαστε για μία μοναχή, ονομαζόμενη Αντωνία, η οποία καταγόταν από το χωριό Έμπα της Πάφου. Πρόκειται για ιεροδικαστικό αφιερωτήριο, στο οποίο καταγράφονται τα ακόλουθα:
«Η μοναχή Αντωνία, η οποία κατοικούσε στο υπαγόμενο στον καζά Πάφου χωριό Έμπα, παρουσία του ηγουμένου της μονής Κύκκου Ιερεμία, δήλωσε στο ιεροδικείο ότι:
Ήταν σύζυγος του παπα – Δημήτρη, ο οποίος ήταν ηγούμενος του μοναστηριού του Σίντη και πέθανε πριν λίγο καιρό. Ο παπά Δημήτρης είχε αφιερώσει υπο όρους στη μονή Κύκκου το μισό της περιουσίας του μοναστηριού του Σίντη. Το υπόλοιπο μισό του μοναστηρίου, που η ίδια δικαιούται, δηλαδή τα ελαιόδεντρα, τους μύλους κ.λ.π., η μοναχή Αντωνία τα αφιερώνει τώρα στον ηγούμενο της μονής Κύκκου Ιερεμία και επιθυμεί: την περιουσία αυτή να κατέχει η μονή Κύκκου, τα έσοδα της να δαπανώνται για τους φτωχούς, ο κληρονόμος Νικόλας, γιος του παπα Δημήτρη, και οποιοσδήποτε άλλος να μη φέρνει προσκόμματα, ούτε να μπορεί να μεταβάλει και να αλλοιώσει τους όρους του αφιερώματος.
Αφού ο ηγούμενος Ιερεμίας, ως διαχειριστής του αγαθοεργού αφιερώματος, αποδέχθηκε τους όρους της μοναχής Αντωνίας, εκδόθηκε το παρόν έγγραφο, για να χρησιμοποιείται ως temessuk (αποδεικτικό έγγραφο)».* (Ιωάννη Θεοχαρίδη, Οθωμανικά έγγραφα 1572 – 1839, τ. Α΄, Λευκωσία, 1993, σελ. 53.)
Από το κείμενο του εγγράφου εξάγονται μερικά συμπεράσματα, αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας κάποιων μοναστηριών, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Για παράδειγμα, στο πιο πάνω αναφερόμενο μοναστήρι, ο ηγούμενος ήταν έγγαμος ιερέας, του οποίου η σύζυγος ακολουθούσε την μοναχική ζωή. Είχε περιουσιακά δικαιώματα στην Μονή, τα οποία κατά πάσαν πιθανότητα, πήγαζαν από την χρόνια, καθημερινή εργασία που πρόσφερε ο ίδιος και η συμβία του στο μοναστήρι. Η μοναχή Αντωνία, φαίνεται πως, αρχικά ζούσε με τον ιερέα σύζυγό της στο μοναστήρι της Παναγίας του Σίντη, ενώ μετά τον θάνατό του, συνέχισε την μοναχική ζωή στο σπίτι της, που βρισκόταν στο χωριό Έμπα της επαρχίας Πάφου.
Στον τρίτο τόμο των ταξιδιωτικών του Ιταλού περιηγητή Πιέτρο Ντέλλα Βάλλε, που εκδόθηκε το 1663, ένδεκα χρόνια μετά το θάνατό του, ανάμεσα σε άλλα, καταγράφονται και ενδιαφέροντα στοιχεία, από την επίσκεψή του στην Κύπρο το 1625 μ. Χ. Μία από τις επισκέψεις του ήταν στο μοναστήρι της Αγίας Νάπας, στο ομώνυμο χωριό. Σημειώνει ο περιηγητής:
«….Ἡ ἴδια ἡ ἐκκλησία κτίστηκε πιθανῶς ἐξ αἰτίας τῶν πειρατῶν. Κάτι ποὺ ὁμοιάζει μὲ ἕνα τετράγωνο φρούριο, στέκει ἀκόμη. Ὑπάρχει μία μεγάλη ὀρθογώνια αὐλὴ μὲ δωμάτια γύρω. Ἡ ἐκκλησία εὑρίσκεται στὰ ἀριστερά της εἰσόδου, ὑπερυψωμένη κατὰ πολλὰ σκαλοπάτια. Ἐπίσης ἕνα ὑπόγειο παρεκκλήσι τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ μέρος τοῦ σπηλαίου ὅπου βρέθηκε ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἕνας παπάς, δηλαδὴ Ἕλληνας ἱερέας, ἔχει τὴν φροντίδα τῆς ἐκκλησίας στὴν ὁποία ἱερουργεῖ. Ὑπάρχουν ἐπίσης μερικὲς καλόγριες, δηλαδὴ μοναχὲς ποὺ ἀπαρνήθηκαν τὸν κόσμο καὶ ἀφιέρωσαν τὸν ἑαυτό τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι σεμνὰ ντυμένες, μὲ μαῦρα ροῦχα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπομονωμένες στὸ μοναστήρι…….»*(Παυλίδης Ἀντρος, Ἡ Κύπρος ἀνὰ τοὺς αἰῶνες μέσα ἀπὸ κείμενα ξένων περιηγητῶν της, τ. β΄, Λευκωσία, 1994, (σέλ. 582).
Η φράση του Ιταλού ταξιδιώτη «δεν είναι απομονωμένες στο μοναστήρι», ερμηνεύεται ότι, δεν ήταν έγκλειστες στον μοναστηριακό χώρο, αλλά εκεί περνούσαν κάποιες ώρες, ασκώντας τα μοναχικά τους καθήκοντα, τα οποία συμπλήρωναν και στα σπίτια τους. Ο σοβαρότερος λόγος για τον οποίον δεν είχαν συνεχή παραμονή στην Ιερά Μονή της Αγίας Νάπας, πρέπει να ήταν εκείνος της ασφάλειας, τον οποίο στερείτο το Ελληνορθόδοξο στοιχείο, καθ’ όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας.
Κάπου δυο αιώνες αργότερα, προς το τέλος της τουρκικής κατοχής, σε κατάλογο θυμάτων ναυαγίου που συνέβη το 1852, αναφέρεται και το όνομα της καλόγριας Μηλιάς, που καταγόταν από το χωριό Μια Μηλιά της επαρχίας Λευκωσίας. Το καράβι, που αποτελούσε ιδιοκτησία του Τούρκου Χατζή Χασάνη, μετέφερε Κύπριους χριστιανούς προσκυνητές (χατζήδες) στους Αγίους Τόπους, λίγες μέρες πριν από το Άγιον Πάσχα.* (Θεοχάρη Σταυρίδη, «Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και Κύπρος – Επιστολές (1731 – 1884)», Λευκωσία, 2007, στη σελίδα 817.) Εφόσον δε γίνεται κάποια αναφορά μοναστηριού, παρά μόνο αναφέρεται ο τόπος καταγωγής της μακαριστής καλόγριας, λαμβανομένης υπόψη και της χρονολογίας του θανάτου της – Περίοδος Τουρκοκρατίας – συμπεραίνεται πώς, ήταν «κατ’ οίκον μοναχή.»
Από στοιχεία της πρώτης παγκύπριας πληθυσμιακής απογραφής, που πραγματοποιήθηκε το 1881, τρία χρόνια μετά την ανάληψη της διοίκησης του νησιού από τους Βρετανούς, φανερώνεται πως, εκείνη την χρονική περίοδο, στην Κύπρο, υπήρχαν δεκαέξι Ορθόδοξες χριστιανές μοναχές. Ανάμεσά τους, ήταν η Χατζη Μαρουδκιά, διακόνισσα στην εκκλησία του Αγίου Κασσιανού στην Λευκωσία. Σχετικά με την αναφερόμενη μοναχή, η παράδοση διασώζει:
«…Τούτην λοιπόν η Χατζημαρουδκιά που σου λαλῶ εν ήθελεν να παντρευτεῖ, ἔμεινεν ἔτσι, τζι εγίνηκεν καλορκά τ’ Ἅη Κασσιανοῦ, τζι ἔσαζεν τζαι την εκκλησιάν.»* (Περιοδικό Κυπριακαί Σπουδαί, τ. 32 (1968), Αναστασίας Κουμπαρίδου «Παραδόσεις περί διασώσεως φορητῶν εἰκόνων», σελ. 91).
Σε νεκρολογία της εφημερίδος «Σάλπιγξ», το έτος 1898, δίνεται πληροφορία για μια μοναχή ονομαζόμενη Σωφρονία, η οποία έμενε στην οικία της στη Λεμεσό και ήταν γνωστή για την ασκητική της ζωή. Σημειώνεται στο φύλλο της εφημερίδας:
«Τῆ παρελθούση ἑβδομάδα ἀπεβίωσεν ἡ γνωστή μοναχή τῆς πόλεώς μας Σωφρονία. Νεαρά καί περικαλλής ἡ πρώην Εἰρήνη, ἀπωλέσασα τόν σύζυγόν καί τό τέκνον της ἡσπάσθη τόν μοναχικόν βίον, μετονομασθείσα Σωφρονία, διήνυσε δέ τόν μακρόν της βίον χριστιανικώτατα, μέ ἀρεταῖς, προσευχαῖς καί νηστείαις. Αἰωνία της ἡ μνήμη.»* (Εφημερίδα Σάλπιγξ 12.12. 1898.)
Από τα προαναφερθέντα φανερώνεται ότι, «ο κατ’ οίκον» γυναικείος μοναχισμός στην Κύπρο, που άρχισε να εκδηλώνεται από τα μεσαιωνικά χρόνια, υπήρξε συνεχόμενος κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας του νησιού και συνεχιζόταν και σ’ εκείνα της αγγλοκρατίας. Περί τα τέλη της βρετανική κατοχής στην Κύπρο, απεβίωσε σε ηλικία δεκαεννέα χρονών από φυματίωση, η κατ’ οίκον μοναχή Αντωνία, η οποία δέχθηκε την μοναχική κουρά από τον Σταυροβουνιώτη Μακάριο ή Γερμανό.
Ο κατ’ οίκον μοναχισμός συνεχίζεται και στις μέρες μας, με ένα σημαντικό αριθμό μοναζουσών, οι οποίες αρχικά γίνονται ρασοφόρες και ακολούθως Μεγαλόσχημες, να ακολουθούν πιστά το μοναχικό τους πρόγραμμα. Παρά το γεγονός ότι, μερικοί στηλιτεύουν ή κατακρίνουν τον κατ’ οίκον μοναχισμό, πρέπει να ειπωθεί πως, αποτελεί παμπάλαιο εκκλησιαστικό θεσμό, τόσο στην Κυπριακή όσο και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Πού είναι το πρόβλημα, εάν στους σημερινούς έσχατους καιρούς, μέσα στην πληθώρα των ακανθών, εκεί όπου κυριαρχεί η δυσωδία της αμαρτίας, ξεπροβάλουν και μερικά λουλούδια που ευωδιάζουν Χριστό; Εδώ να σημειωθεί και μια ρήση του Οσίου Γέροντος Εφραίμ του Φιλοθεΐτη – τώρα στην Αριζόνα – σχετική με το θέμα: «Δεν είναι ο τόπος, αλλά ο τρόπος που κάνει τον μοναχό.» Τον κατ’ οίκον μοναχισμό, αποδέχονταν και οι Οσιώτατοι Γέροντες Ιωσήφ Ησυχαστής και Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης. Σε επιστολή προς πνευματική του θυγατέρα, ο Γέρων Ιωσήφ, ανάμεσα σ’ άλλα έγραψε: «Λοιπόν μην ἀμφιβάλλης ὅτι εἶναι καιρός να φορέσης και το Ἅγιον Σχῆμα, ἀφοῦ και χωρίς Σχῆμα ἤδη εἶσαι καλόγρια. Και τώρα που εγήρασες τι ἔργα ζητεῖς; Το ἔργον σου ἤδη γνωρίζεις. Δίδε εἰς τους πτωχούς ἐξ ὧν εὐπορεῖς. Εἰς πτωχές μοναχές και αὐτές κάμνουν αὐτό που ἐσύ δεν δύνασαι να το κάμης. Εὑρέ μίαν καλήν Γερόντισα, φώναξε και ἕναν Ἱερέα Μεγαλόσχημον, και γενοῦ εἰς το σπίτι σου χωρίς να σε γνωρίζη κανείς και πάλιν ἐξακολούθει τον δρόμον σου……»* (Έκδοση Ιερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, Γέροντος Ἰωσήφ Ἡσαχαστοῦ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, σελ. 354 – 355).
Ὁ Γέρων Ιερώνυμος όταν διακονούσε στο σιμωνοπετρίτικο μετόχι της Αναλήψεως στην Αθήνα, έκειρε αρκετές μοναχές, που έζησαν μοναχική ζωή στα σπίτια τους.* (Μωυσής μοναχός Αγιορείτης, Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης ο Γέρων της Αναλήψεως, σελ. 107).
Ορισμένες από τις κατ’ οίκον μοναχές, υπήρξαν πολύ σεβάσμιες, ενάρετες, απέκτησαν πνευματικές αρετές και τύγχαναν της ευλάβειας πολλών πιστών, ακόμα και Γεροντάδων. Κατά μαρτυρία μοναχού, όταν στο μοναστήρι τους παρουσιαζόταν πειρασμός σε κάποιο Αδελφό και εκδηλωνόταν αναστάτωση, ο Γέροντας της Μονής, συμβούλευε τον πειραζόμενο να επισκεφθεί την κατ’ οίκον μοναχή Μάρθα, που ζούσε στο Καϊμακλί. Αυτό έγινε σε κάποιες περιπτώσεις και κατά την αναφορά του ίδιου μοναχού, μετά την επίσκεψη και τις νουθεσίες που έπαιρνε από την καλοκάγαθη μοναχή, ο πειρασμός εξαφανιζόταν.
Στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου στην ενορία Δροσιά Λάρνακας, υπηρετούσε ως νεωκόρος, η κατ’ οίκον μοναχή Γεωργία. Ήταν ενάρετη ψυχή και αγαπούσε πολύ τις αγρυπνίες, σε βαθμό που, σχεδόν κάθε βράδυ, παρευρισκόταν σε κάποια εκκλησία όπου τελείτο αγρυπνία. Κοιμήθηκε το 2008, με τα χέρια της να είναι σταυρωμένα. Κατά την ανακομιδή των λειψάνων της, καθώς αναφέρει κληρικός αυτόπτης μάρτυρας, αυτά είχαν λεπτή ευωδία.
Ανάμεσα στις κατ’ οίκον μοναχές υπάρχουν ορισμένες που κατάγονται από από ενάρετες οικογένειες. Ένα τέτοιο παράδειγμα, αποτελεί η Ελισάβετ μοναχή – κατά κόσμον Χαρίκλεια – η οποία είναι θυγατέρα του εναρέτου μνήμης Χατζη Φλουρέντζου, που καταγόταν από το χωριό Μηλιά της επαρχίας Αμμοχώστου.