Τό Ἅγιον Ὄρος ἥλκυσε ἀπό νωρίς πολλά ἀπαιτητικά πνεύματα γιά ὁλοκληρωτική ἀφιέρωση στόν Θεό καί πλήρη ἀφοσίωση στή συνεχῆ λατρεία Του. Ἡ ἀρετή καί ἡ ὁσιότητα τῶν ἐκλεκτῶν μοναστῶν μετέτρεψε τόν Ἄθωνα σέ Ἅγιον Ὄρος. Ἡ Κύπρος συνδέθηκε στενά μέ τό Ἅγιον Ὄρος διά φιλαρέτων Κυπρίων ἀπό τόν 10ο αἰώνα. Ἕνας τῶν μαθητῶν τοῦ μεγάλου κοινοβιάρχη ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου ἦταν ὁ Πέτρος ὁ Κύπριος.

Στούς δέκα αἰῶνες ἁγιορειτικῆς ζωῆς συναντοῦμε Κύπριους συγγραφεῖς, καλλιγράφους, μουσικούς, μοναχούς, ἱεροδιακόνους, ἱερομονάχους καί ἡγουμένους, στίς μονές, στίς σκῆτες, στά κελλιά καί τά ἐρημητήρια. Ἐκλεκτοί βλαστοί τῆς ἁγιότεκνης Κύπρου κοινοβιάζουν μέχρι σήμερα στά κοινόβια καί στίς μικρές ἤ μεγάλες συνοδεῖες ἀγωνιζόμενοι τόν ἀγώνα τόν καλό, τῆς αὐτογνωσίας, φιλοθεΐας, φιλαγιότητος, φιλαδελφίας καί φιλοτεκνίας.

Παρόλες τίς διώξεις, τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα, μά προπαντός τίς καλοστημένες παγίδες τοῦ καραδοκοῦντος καί μή ἐφησυχάζοντος μισόκαλου καί καλογερομάχου δαίμονος, πού μέ κάθε τρόπο, ἐμποδίζει τήν ΄΄ὡς ἐν οὐρανῶ βασιλείαν Του, νά ἔλθει καί ἐπί τῆς γῆς,΄΄ ὁ μοναχισμός παρουσιάζει μία συνεχόμενη πορεία. Μία πορεία πού ἐπεκτάθηκε καί συνεχίζει νά ἐπεκτείνεται ἀκόμα περισσότερο, σέ ὅλα τά μέρη πού διαδόθηκε καί ἑδραιώθηκε ἡ θρησκεία τοῦ Θεανθρώπου. Στήν Αἴγυπτο, τήν Παλαιστίνη, τήν Μικρά Ἀσία τήν Ἑλλάδα, τήν Κύπρο. Τό ἴδιο στήν Ρωσία, τήν Σερβία, τήν Ρουμανία, τήν Ἑλλάδα, τήν Κύπρο. Τό ἴδιο στήν Ρωσία, τήν Σερβία, τήν Ρουμανία, στην ἄλλη πλευρά ῆς εὐρωπαϊκῆς ἠπείρου, στήν Γαλλία, τήν Ἀγγλία καί πρόσφατα, ἐκεῖ, πού κανένας σχεδόν δτέν τό περίμενε, τήν ὑπερατλαντική Ἀμερική. ΄΄ν παντί καιρ καί τόπω,΄΄ ὁ Λόγος τοῦ Κυρίου ἀντηχεῖ καί τήν πρέπουσα ὥρα ἀπηχεῖ. ΄΄Πορεύεσθε ον καί μαθητεύσατε πάντα τά θνη τς γς.΄΄

Κορωνίδα τοῦ γνήσιου Ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ, εἶναι τό Ἅγιον Ὄρος, τό ἐπονομαζόμενον καί Περιβόλι τῆς Παναγίας. Στά καθαγιασμένα του χώματα, ἔζησαν καί ἀσκήθηκαν χιλιάδες Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πολλοί τῶν ὁποίων, γύρω στους 450 στέφθηκαν αγιωνυμίας, στην υπερχιλιετή ιστορία του,  ἄλλοι ἀξιώθηκαν τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄλλοι ἔφτασαν σέ ὑψηλούς πνευματικούς ἀναβαθμούς καί ὅλοι ἔζησαν μέ ἀγάπη καί ταπείνωση, τηρώντας τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ. Τό κεκοσμημένον ἀπό ΄΄Τόν κοσμήτορα τῶν ὄλων΄΄, μέ πληθώρα φυσικῶν, τεχνητῶν καί ζωντανῶν κοσμημάτων Ἅγιον Ὄρος, ὡς μέρος ἐγκαταβίωσης,  ἀποτελεῖ ἐπιθυμία καί προτίμηση ΄΄οὐκ ὀλίγων΄΄ ἐραστῶν τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Στίς Μονές, τίς Σκῆτες, τά Κελιά, τά Ἡσυχαστήρια καί ἄλλους χώρους, μονάζουν Ὀρθόδοξοι χριστιανοί –  στό Ὄρος ζοῦνε μόνο Ὀρθόδοξοι –  ἀπό διάφορα μέρη τῆς ὑφηλίου.  Ἕνας τέτοιος χῶρος, κατά πάντα ἰδανικός γιά πνευματικούς ἀγῶνες, ὁ ὁποῖος ἀνέδειξε ἀνεπανάληπτες πνευματικές μορφές, εὑρισκόμενος, σχεδόν, στόν ἴδιο γεωγραφικό χῶρο μέ τήν Κύπρο καί ὄχι μακριά ἀπό αὐτήν, ἦταν ἀδιανόητο νά ξέφευγε τῆς προσοχῆς καί τοῦ ἐνδιαφέροντος Κυπρίων, πού ἐπιθυμοῦσαν νά ἀγωνιστοῦν σέ μιά γνήσια πνευματική παλαίστρα, ὅπως δέν τούς ξέφυγαν καί οἱ ἀσκητικοί χῶροι πού βρίσκονται σκορπισμένοι στήν Ἅγια Γῆ. Διεσπάρησαν σέ καθαγιασμένα μέρη γιά νά λατρέψουν τόν Θεόν, ὅπως ἀκριβῶς διεσπάρησαν καί οἱ προπάτορές τους, καθώς σημειώνει ὁ ἱερός συγγραφέας τῶν Πράξεων εὐαγγελιστής Λουκᾶς: ΄΄ο διασπαρέντες γιά τή διάδοση το Λόγου το Θεο, ταν νδρες Κύπριοι καί Κυρηναοι ΄΄. (Πράξεις 11, 20).

Οἱ σχέσεις Ἁγίου Ὄρους καί Κύπρου, φαίνεται πώς χρονολογοῦνται ἀπό τόν καιρό τῆς παρουσίας τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ στήn γῆ. Σύμφωνα μέ ἁγιορείτικη παράδοση, ἡ ὁποία πιθανόν νά δέχθηκε καί ρωσική ἐπίδραση, ἡ Παναγία ἐρχόμενη μέ πλοιάριο στήν Κύπρο γιά νά συναντήσει τόν φίλο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Λάζαρο τόν τετραήμερο, ὕστερα ἀπό θαλασσοταραχή, τό καράβι πού μετέφερε τήν Θεομήτορα μαζί μέ τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ὁδηγήθηκε στόν Ἄθωνα. Τά γεγονότα τοῦ ταξιδιοῦ τῆς Μητέρας τοῦ Κόσμου, εἶναι καταγραμμένα σέ χειρόγραφο κείμενο τοῦ 18ου αἰώνα.

Σχετικά μέ τόν πρῶτο Κύπριο ἁγιορείτη μοναχό, δέν ὑπάρχουν τεκμηριωμένες πληροφορίες. Πιθανότατα ὅμως, ὁ πρῶτος μοναχός πού ἔφυγε ἀπό τήν Κύπρο γιά τό Ἅγιον Ὄρος, ἦταν ὁ ὑποτακτικός τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, Πέτρος μοναχός, ἀναφορά τοῦ ὁποίου γίνεται μέσα στό Συναξαριστή τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου.

Ἀπό τόν 10ο αἰώνα, περίοδο πού ἐπισκέφθηκε τήν Μεγαλόνησο ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος καί πῆρε μαζί του στόν Ἄθωνα τόν Κύπριο μοναχό Πέτρο, μέχρι τόν 18ο αἰώνα, γίνονται κάποιες ἀναφορές γιά παρουσία Κυπρίων μοναχῶν στό Ὄρος, κυρίως μέσα σέ χειρόγραφους κώδικες ἁγιορείτικων Μονῶν. Πρόκειται γιά πνευματοφόρους μοναχούς πού ἀσχολήθηκαν εἴτε μέ Ἐκκλησιαστικές Τέχνες, εἴτε μέ τά Ἐκκλησιαστικά Γράμματα. Ἦταν γραφεῖς ἤ ἀντιγραφεῖς ὕμνων καί ἀκολουθιῶν, βιβλιοδέτες, μουσικοί, καλλιγράφοι καί Λόγιοι, πού ἄφησαν τήν σφραγίδα τους στήν πνευματική πορεία τῆς ἀθωνικῆς πολιτείας. Οἱ περισσότεροι ἀπό αὐτούς ἔζησαν στήν Ἱερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, γεγονός πού φανερώνει ὅτι, οἱ πρῶτοι Κύπριοι πού μετάβηκαν στό Ὄρος γιά μοναστική ζωή, προτίμησαν ὡς μέρος ἐγκαταβίωσής τους, τήν ἀρχαιότερη καί μεγαλύτερη ἁγιορείτικη Μονή. Ἡ προτίμησή τους, ἴσως νά μήν ἦταν ἄσχετη μέ τήν σύνδεση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἱδρυτῆ τῆς Λαύρας, Ὅσιου Ἀθανάσιου Ἀθωνίτου καί τῆς ἁγιοτόκου νήσου Κύπρου.  Ἀνάμεσα σέ αὐτούς τούς μοναχούς, ἀναφέρονται οἱ συγγραφεῖς, Γρηγόριος μοναχός Λαυριώτης, Μαλάχιος μοναχός, οἱ μουσικοί Χρύσανθος ἱερομόναχος καί Ἱερόθεος Κουκουζέλης ἱερομόναχος – συγγραφέας, καλλιγράφος καί μουσικός, οἱ Λόγιοι Χρύσανθος ἱερομόναχος καί Γεράσιμος ὁ ἐπονομαζόμενος Κύπριος. Κοντά στούς φιλόμουσους καί φιλότεχνους μοναχούς, τῶν ὁποίων τό χειρόγραφο ἔργο στάθηκε ἐμπόδιο, ὥστε, νά ἀποκλειστοῦν ἀπό τήν πλήρη ἐπίγεια ἀφάνεια, πιθανόν νά ἔζησαν καί ἄλλοι συμπατριῶτες τους. Δέν ἔγιναν ὅμως γνωστοί, ἀφοῦ στό πέρασμά τους, δέν ἄφησαν κάποιο γραπτό ἔργο, οὔτε τηροῦνταν ἀρχεῖα ἀπό μέρους τῶν Ἁγιορείτικων καί τῶν ἄλλων καλοκάγαθοι καλόγεροι κέρδισαν τήν παντελῆ ἀφάνεια, γιά τήν ὁποία, ΄΄κατά τό δυνατόν,΄΄ ἀγωνίστηκαν στήν μάταιη ἐπίγεια ζωή τους. Αὐτοί, εἶναι γνωστοί στήν οὐράνια καί ἀτελεύτητη ζωή, ἀφοῦ τά ἔργα τους καταγράφηκαν λεπτομερῶς ἀπό τά ΄΄πολυόμματα Χερουβείμ΄΄, πού ὅλους μᾶς παρακολουθοῦν ἀδιάκοπα, ἀπό τήν ἐξέδρα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὕστερα ἀπό  τήν ΄΄ἐν πολλοῖς΄΄ σκοτεινή σέ πληροφορίες, μοναστική ζωή Κυπρίων στόν Ἄθωνα, κατά τήν πρό καί μετά Μεσαιωνική Περίοδο, κάποιο ἀμυδρό φῶς ρίχνεται περί τόν 18ο αἰώνα, τό ὁποῖο στή συνέχεια δυναμώνει καί ὁλοένα φωτίζει καλύτερα. Στά μοναστήρια τηροῦνται κώδικες καί μοναχολόγια, πού ἐκτός τῶν ἄλλων, ἀποτελοῦν σημαντικές πηγές γιά τήν ἱστορική ἔρευνα. Ἡ κάπως ἀραιή μετάβαση Κυπρίων στόν Ἄθωνα γιά ν΄ ἀκολουθήσουν ἐκεῖ τήν μοναχική  – ἀσκητική ζωή, μέχρι τόν 19ο αἰώνα, ὀφειλόταν σέ μεγάλο βαθμό καί στίς θαλάσσιες  συγκοινωνίες. Ἡ Κύπρος βρισκόταν μόνιμα κάτω ἀπό σκλαβιά καί ὁ ναυτικός στόλος τῶν κατακτητῶν ἐξυπηρετοῦσε κύρια καί πρώτιστα τούς ἴδιους. Ἔτσι, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς Κύπριους, πού ἀποφάσιζαν νά ντυθοῦν τό καλογερικό ράσο, ἐπέλεγαν νά ζήσουν σέ κάποια κυπριακή Μονή. Γιά τούς ἐλάχιστους πού ποθοῦσαν τόν Ἄθωνα, τούς μαραθωνοδρόμους ἀθλητές τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, ἡ συνηθέστερη ὁδός ἦταν διά μέσου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καί αὐτό γιατί, ἀπό τήn Βυζαντινή Περίοδο μέχρι τήν Περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, οἱ Κύπριοι εἶχαν ἐπαφές καί διατηροῦσαν δεσμούς μέ τήν ΄΄Βασιλεύουσα.΄΄ Στήν Πόλη στεγάζεται τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἴσα μέ τήν ἐπανάσταση τῶν νεοτούρκων (1908), ἀποτελοῦσε ἕδρα τῆς καλούμενης Ὑψηλῆς Πύλης τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Σέ αὐτή τήν πόλη, ὡς τά μέσα τοῦ 20ου αἰώνα, ἦταν δραστηριοποιημένη μία εὔρωστη οἰκονομικά καί πνευματικά ἑλληνική παροικία, γεγονός πού ἔδινε τήν ἀφορμή σέ ἀρκετούς Κύπριους, νά πηγαινοέρχονται συχνά στήν ἄλλοτε βυζαντινή πρωτεύουσα. Ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν νά μεταβοῦν στό Ἅγιον Ὄρος, τό πετύχαιναν μέ σχετική εὐκολία.

Ἡ  βελτίωση τῆς ναυπηγικῆς τέχνης, μέ τήν ἐμφάνιση τῶν ἱστιοφόρων καί στήν συνέχεια τῶν ἀτμόπλοιων, συνέβαλε στήν εὐκολότερη θαλάσσια διακίνηση τῶν ἀνθρώπων. Γι αὐτό, κατά καί μετά τό μεσαίωνα, παρατηρεῖται μία αὔξηση Κυπρίων μοναχῶν στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά φτάσουμε στόν 19ο καί 20ο αἰώνα, ὅπου, διαπιστώνεται συνεχής πλέον παρουσία τους στόν Ἄθωνα. Ἀπό τήν πρώτη δεκαετία τοῦ 1800, στό Ὄρος ἐγκαταβιώνουν οἱ Κύπριοι παπᾶ Ἰλαρίων Διονυσιάτης καί ὁ μοναχός Ἀντώνιος Ἁγιοπαντελεημονίτης,  ἐνῶ στήν συνέχεια, γίνεται γνωστή ἡ παρουσία τῶν ἐπίσης Κυπρίων, Νικόδημου Βατοπαιδινοῦ, Ἰωαννίκιου Δοχειαρίτη, τῶν Βατοπαιδινῶν ἱερομόναχου Θεοδώρητου, Ἀρχιμανδρίτη Ἰωαννίκιου, ἱεροδιάκονου Θεοδώρητου κ. ἄ.

Ἀπό τό κυπριακό  μοναχικό φυτώριο, πολλοί βλαστοί μεταφυτεύονται στό γόνιμο και καρποφόρο Περιβόλι τῆς Παναγίας, όπου στίς μέρες μας,  ἐγκαταβιώνει ὁ  μεγαλύτερος ἀριθμός Κυπρίων μοναχῶν ὅλων τῶν ἐποχῶν. Νέοι ἄνθρωποι, ἀλλά καί μεγαλύτεροι, ἀφήνονται στήν ἀγκαλιά τῆς κουροτρόφου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Παντοδέσποινας καί πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, ἐπιδεικνύοντας ἀγγελομίμητο διαγωγή, καταξιώνονται ν΄ ἀκολουθήσουν τά βήματα τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Πολυεύσπλαχνου Θεοῦ.

 Μέσα ἀπό τήν γεροντική καθοδήγηση καί τό παράδειγμα – ἐδῶ νά σημειωθεῖ ὅτι ἀρκετοί Κύπριοι ἁγιορεῖτες, εὐτύχησαν νά βρεθοῦν στά πόδια Ὁσίων ἀνδρῶν, ἀπό τούς ὁποίους τά μέγιστα ὠφελήθηκαν – τούς ἀσταμάτητους προσωπικούς ἀγῶνες, τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, τήν μακαρία ὑπομονή, τήν ἀδιάκριτη ὑπακοή καί ΄΄ἐπικουρεία τοῦ δόντος Χριστοῦ΄΄, καταφέρνουν μιά μέρα, νά πετάξουν ὅλα τά πάθη τους.

Οἱ Κύπριοι μοναχοί πού ζοῦνε στόν Ἄθωνα εἶναι διασκορπισμένοι σέ διάφορα μοναστήρια, σκῆτες, καλύβες, κάβιες, ξηροκάλυβα καί ἄλλα ἡσυχαστήρια. Αὐτό συνέβαινε πάντοτε, πρᾶγμα πού ἐπιβεβαιώνεται μέσα ἀπό τήν προσωπογραφική μέθοδο πού χρησιμοποιήθηκε γιά τήν ἑτοιμασία τῆς παρούσας ἐργασίας – ἔρευνας. Σέ κάποιες περιπτώσεις μερικοί προτιμοῦσαν νά ζήσουν κοντά σέ συμπατριῶτες τους ἤ σέ Μονές ὅπου ὁ ἡγούμενος εἶχε κυπριακή καταγωγή. Κάτι τέτοιο, θεωρεῖται πολύ φυσιολογικό και συνεχίζει νά παρατηρεῖται μέχρι καί σήμερα. Στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1980, σέ τρεῖς ἁγιορείτικες Μονές – Βατοπαιδίου, Διονυσίου καί Ἐσφιγμένου – οἱ ἡγούμενοι ἦταν Κύπριοι καί συνεχίζουν νά παραμένουν στίς δύο πρῶτες, ἀφοῦ ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου Εὐθύμιος ἱερομόναχος, κοιμήθηκε τό 1999.

Στίς ἀρχές τοῦ 21ου αἰώνα, ἀπό τίς ἁγιορείτικες Μονές, ἡ Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου κατέχει τήν πρώτη θέση στίς προτιμήσεις τῶν Κυπρίων μοναχῶν πού ἐπιλέγουν νά ζήσουν στόν Ἄθωνα. Τά τελευταῖα εἴκοσι περίπου χρόνια, ἐγκαταβιώνουν στήn Μονή 85 – 90 μοναχοί, ἀπό τούς ὁποίους οἱ 50 – 70 κατάγονται ἀπό διάφορα μέρη τῆς Σταυροφρούρητης Κύπρου. Τήν δεύτερη θέση στίς ἐπιλογές τῶν Κυπρίων γιά ἁγιορείτικη μοναστική ζωή, κατέχει ἡ Ἱερά Μονή Διονυσίου. Σέ αὐτήν, πρίν δέκα μέ δεκαπέντε χρόνια, σέ σύνολο 40 Πατέρων, περίπου οἱ δεκαέξι ἦταν Κύπριοι μοναχοί. Στό σημεῖο αὐτό, νά σημειώσουμε καί μίαν εὔστοχη φράση τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ τῆς Μονῆς Ἁγίου Διονυσίου, Λόγιου Γέροντος Θεόκλητου Διονυσιάτη, τήν ὁποίαν ἐπενόησε ὡς ἀπαύγασμα, τῆς αὐξημένης παρουσίας Κυπρίων μοναχῶν στόν Ἄθωνα: ΄΄κύπρισεν τό γιον ρος.΄΄  Ἄλλη μία Μονή ὅπου στίς μέρες μας ζοῦνε γύρω στούς ἕξι μοναχούς, εἶναι  αὐτή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.

Τό ἁγιορείτικο ΄΄κύπρισμα΄΄ καί μάλιστα τό Βατοπαιδινόν, γέννησε τήν ἰδέα συγγραφῆς τοῦ παρόντος βιβλίου. Τήν γέννησε ΄΄ἐν ὥρα ὄρθρου βαθέως΄΄, ἐνῶ εὑρισκόμουν ὡς ἐπισκέπτης στήν Ἱεράν Μονήν Βατοπαιδίου, κατά τόν μήνα Ἰούνιον τοῦ 2007. Ὁ μεγάλος ἀριθμός Κυπρίων Βατοπαιδινῶν μοναχῶν κίνησε τήν καλοπροαίρετη περιέργειά μου καί κέντρισε τό συγγραφικό ἐνδιαφέρον μου, γιά μίαν ἔρευνα, σχετική μέ τήν διαχρονική παρουσία συμπατριωτῶν μας μοναχῶν στό Ἅγιον Ὄρος, ἀπό τῆς ἵδρυσης τῶν ἱερῶν του Μονῶν, μέχρι καί τόν παρόντα αἰώνα.

Διά μέσου λοιπόν, γνωστῶν καί ἀπρόσμενων δυσχεριῶν, προσπαθήσαμε νά ἀνεβοῦμε καί ΄΄κατά τό δυνατόν΄΄, νά περιδιαβοῦμε τόν Ἄθωνα. Καρδία τοῦ Ὄρους ἡ Παναγία καί λοιπά ὄργανά του οἱ μοναχοί, πού ἀδιαλείπτως τό κρατοῦν ὁλοζώντανο στήν ἁλυσίδα τοῦ χρόνου. Ἐπικαλεστήκαμε τήν βοήθεια τῆς Προστασίας τῶν Ἀδυνάτων καί ἀρχίσαμε τήν ἔρευνα, μέ τήν προαίσθηση καί τήν σιγουριά, πώς, θά βρίσκαμε στηρίγματα. Καί ὄντως συναντήσαμε ἀρκετά. Πολλούς ἀπό τούς βιογραφούμενους καλόγερους, εἶδαν καί γνώρισαν πολλοί ἐναρετότεροι, λογιώτεροι, πνευματικότεροι, ἀξιώτεροι μας, οἱ ὁποῖοι στήν πρέπουσα στιγμή καί περίπτωση, κατέθεσαν ἤ κατέγραψαν τήν περί αὐτῶν μαρτυρία τους. Διεξήλθαμε τίς σελίδες ἀρκετῶν ἀθωνικῶν Γεροντικῶν, βιβλίων μοναστηριακῶν, θρησκευτικῶν ἐντύπων καί περιοδικῶν, ἀπό τίς ὁποῖες τρυγήσαμε ΄΄οὐκ ὀλίγα,΄΄ σχετικά μέ τήν μελέτη. Αὐτά, συνενώθηκαν μέ στοιχεῖα πού σέ κάποιες περιπτώσεις μᾶς παραχωρήθηκαν ἀπό  ἁγιορείτικα μοναστήρια καί ὅπου ἦταν ἀναγκαῖο, τό ὑλικό ἔτυχε τῆς δέουσας ἐπεξεργασίας καί τακτοποίησης. Ὁμολογουμένως, στήν συγκεκριμένη περίπτωση, ἐφαρμόζεται ὁ Λόγος τοῦ Θεανθρώπου, τόν ὁποῖον εἶπε πρός τούς μαθητάς Του: ΄΄λλοι κεκοπιάκασι καί μες ες τόν κόπον ατν εσεληλύθαμεν΄΄ (Ἰωάννης δ΄, 38), ἀφοῦ καί ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, μαθηταί τῶν μαθητῶν Του ἐσμέν.

Το βιβλίο του Κώστα Παπαγεωργίου “Κύπριον Πατερικόν Του Άθωνος”