Προσφορά!

Μια φορά κι έναν καιρό στην Κύπρο

50.00

Κατηγορία:

Περιγραφή

Συλλογή τεσσάρων βιβλίων με Κυπριακά Παραμύθια. Η συλλογή περιλαμβάνει τα ακόλουθα βιβλία:

1. Μια φορά κι έναν καιρό στην Κύπρο με γέλια και με κλάματα
2. Μια φορά κι έναν καιρό στην Κύπρο η Αλεπού, ο Γάτος και η Φίνα
3. Μια φορά κι έναν καιρό στην Κύπρο ήταν μια αφτοτζηνάρα
4. Μια φορά κι έναν καιρό στην Κύπρο Βασιλοπούλες και Βασιλόπουλα

Από τον πρόλογο του βιλβίου

«… Συγκέντρωσα σε μια μεγάλη συλλογή κυπριακά παραμύθια που έβρισκα σε περιοδικά, παλιά βιβλία, ή τις διηγήσεις γερόντων που κρατούν ζωντανή ακόμα την παράδοση. Ύστερα από τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσαν τα τρία προηγούμενα βιβλία μας με κυπριακά παραμύθια, αφού εξαντλήθηκαν σε επανειλημμένες εκδόσεις, αποφασίσαμε την κυκλοφορία και άλλων παραδοσιακών παραμυθιών, που διατηρήθηκαν ζωντανά μέσα από την παράδοση, και σαν κρίκοι μιας αιώνιας αλυσίδας σφιχτοδένουν το χτες με το σήμερα.

Ετοιμάσαμε τέσσερις νέες συλλογές. Η βαθιά κυπριακή διάλεκτος, στην οποία διασώθηκαν, είναι ακατανόητη στα παιδιά. Γι’ αυτό το λόγο, τα αποδώσαμε στην καθομιλουμένη νεοελληνική γλώσσα, κάνοντας τα έτσι πιο προσιτά. Προσπαθώντας να διασώσουμε , να διαδώσουμε και να κάνουμε κατανοητή τη διάλεκτο του τόπου μας τόσο από τις νεότερες γενιές, όσο και τον κόσμο του ευρύτερου ελλαδικού χώρου, καινοτομήσαμε στη νέα σειρά παραμυθιών, με την καταγραφή των διαλόγων σε γνήσια κυπριακή διάλεκτο, και παράλληλη απόδοσή τους στην πανελλήνια δημοτική. Πιστεύουμε πως, έτσι, το κυπριακό παραμύθι θα γίνει περισσότερο γνωστό.

Για την παιδαγωγική αξία των παραμυθιών, μίλησαν κι έγραψαν πολλοί ειδικοί. Εμείς απλά, μεταφέρουμε μια κινέζικη παροιμία:

‘Χωριό που δεν έχει ή δεν ξέρει παραμύθια είναι για να το κλαις!’»

 

Η τύχη των τυχών  και των κακότυχων 

Μια  φορά  κι  ένα  καιρό  ζούσε  ένας  άνθρωπος  με  τις  τρεις  κορούλες  του.  Η  γυναίκα  του  πέθανε  στη  γέννα   της,  γι’  αυτό  αναγκάστηκε  να  δουλεύει  σκληρά  για  να  μεγαλώσει  τα  παιδιά  του.  Όμως  οι  αναποδιές  της  ζωής  έρχονταν  η  μια  μετά  την  άλλη.  Ξεράνθηκαν  τα  περιβόλια  του,  ψοφούσαν  τα  ζώα  του,  χωρίς  αιτία.  Ο  καημένος  ο  άνθρωπος  δεν  μπορούσε  να  διαιολογήσει  τις  συμφορές  που  του  τύχαιναν.

–  Ένι  ξέρω  ήντα  να  κάμω,  για  να  σταματήσει  η  κακοτυχία  μου.  Έλεγε  στους  φίλους  του.  Ρώτησε  τους  σοφούς  του  χωριού,  έκανε  ξόρκια  κι  αγιασμούς,   μα  η  κακοτυχία  δεν  έλεγε  να  φύγει  από  το  σπίτι  του.

Τότε  ένας  φίλος  του,   τον  συμβούλεψε  να  ψάξει  στο  σπίτι  του.

– Μια  που   τες  κόρες  σου  φίλε  μου,  φέρνει  σου  κακοτυχιά,  του  είπε.  Για  νάβρεις  ποια  που  τες  τρεις  εν  η  κακότυχη,  να  κάμεις  τούτον  πον  να  σου πω.

Ο  καημένος  ο  άνθρωπος  δεν   ήθελε   να  πιστέψει  πως  τα  κορίτσια  που   τόσο  αγαπούσε  και  τα  φρόντιζε,  μπορούσε  να  του  φέρουν  κακοτυχιά.

Αφού  όμως  δεν  είχε  άλλη  εκλογή,  αποφάσισε  ν’  ακολουθήσει  τις  συμβουλές  του  φίλου  του.

Το  βράδυ  λοιπόν  σαν  φόρεσαν  τα  κορίτσια  τις  νυκτικές  και   τις  σκούφιες  τους  και  πήγαν  για  ύπνο,  ο  πατέρας  άναψε  κοντά  στο  κρεβάτι  τους  τρία  καντήλια.   Όποιας  έσβηνε  το  καντήλι  κι  έφευγε  η  σκούφια  από  το  κεφάλι  της,  αυτή  ήταν  η  κακότυχη,  που  προκαλούσε  τις  συμφορές  στο  σπίτι  τους.

Το  άλλο  πρωί  μπήκε  ο  πατέρας  στο  δωμάτιο  των  κοιμισμένων  κοριτσιών  και  με  μεγάλη  στενοχώρια,  είδε  το  καντήλι  της  μικρής  του   κόρης  σβηστό  και  την  σκούφια  των  μαλλιών  της  πετάμενη  στο  πάτωμα.  Η  στενοχώρια  του  ήταν   διπλή,  γιατί  αυτή  ήταν  κι  η  πιο  αγαπημένη   του   κόρη.  Όμως  δεν  είχε  άλλη  εκλογή.  Για  το  καλό  όλων,  έπρεπε  να  την  διώξει  από  το  σπίτι.

Την   ξύπνησε  λοιπόν  και  της  είπε:

 

–  Σήκου  κόρη  μου  τζιαι  σήμμερα  εννά  σε  πάρω  μιτά  μου  στο  δάσος.  Θα  μου  τανήσεις  να  συνάξουμεν  ξύλα  τζιαι  θα  συνάξεις  τζι  αρκοβαβάτσινους  που  σ’  αρέσκουσιν.

Ανύποπτη  η  μικρούλα,  γεμάτη  χαρά  και  κέφι  ετοιμάστηκε  γρήγορα  και  πήραν  το  δρόμο  για  το  δάσος.

Πήραν  λοιπόν  το  μονοπάτι  μέσα  από  τα  χωράφια,  πέρασαν  την  λίμνη,  ανέβηκαν  στο  βουνό  και  χάθηκαν  στο  πυκνό  δάσος.

–  Στάθου  πατέρα  μιαν  στιμήν  να  ξιποσταθώ  λλίον  τζιαι  να  συνάξω  τζιαι  βαβάτσινα.  Έλεγε  κάθε  τόσο  το  μικρό  κορίτσι.

– Όχι  ακόμα,  απαντούσε  ο  πατέρας  και  προχωρούσε  όλο  και  πιο   βαθιά,  μέσα  στο  δάσος.  Εκεί  στην  καρδιά  του  δάσους,  είχε  μια  ψηλή  αγριομουριά   και  κάθισαν  να  ξαποστάσουν,  να  φάνε  μια  μπουκιά  ψωμί  και  να  ξεδιψάσουν.

–  Μείνε  δαμαί  κόρη  μου,  είπε  ο  πατέρας.  Γέμωστο  καλάθι  βαβάτσινα  τζι  εγιώ  θα  πα  νάβρω  ξύλα  τζιαι  θρουμπιά.

Το  κορίτσι  τραγουδώντας,  άρχισε  να  γεμίζει  το  καλάθι,  μα  και   το  στόμα  της  με  μούρα.  Οι  ώρες  περνούσαν  κι   ο  πατέρας  δε  φαινόταν  πουθενά.  Σαν  γέμισε  ξέχειλα  το  καλάθι  με  μούρα,  το   κορίτσι  άρχισε  να  φωνάζει:

–  Πατέρα  α   α   α.   Πατέρα  α   α   α.

Ο  αντίλαλος  όμως  έφερνε  πίσω  τη  δική  της  φωνή.  Το  σκοτάδι  πυκνό  την  τύλιξε  και  το  δάσος  γέμισε  ίσκιους.  Ο  φόβος  φώλιασε  στην  καρδιά  του  κοριτσιού.  Δεν  ήξερε  ποιο  δρόμο  να  πάρει.

Αν  καθόταν  εκεί,  θα  την  έτρωγαν  σίγουρα  τ’  άγρια  θηρία.  Κι  ο  πατέρας  τι  να  είχε  απογίνει;  Άραγε  θα  χρειαζόταν  βοήθεια;  Με  τα  μάτια   γεμάτα  δάκρυα  και  τα  πόδια  να  τρέμουν  από  το  φόβο,  άρχισε  να  περπατά  μέσα  στο  δάσος.  Κάθε  τόσο  σκουντουφλούσε  κι  έπεφτε  χάμω.  Τα  χέρια  και  τα  πόδια  της  μάτωσαν  κι  η  φούστα  της  σκίστηκε  κουρέλια.

Για  μια  στιγμή  φάνηκε  ένα  ξέφωτο  και   μια  δυνατή  ακτίνα  από  φως.  Το  κορίτσι  γεμάτο  λαχτάρα  τράβηξε  κατά  κει  που  φαινόταν  το  φως.  Έφτασε  σε  μια  ξύλινη   καλύβα,  μικρή  και  φτωχική.  Μέσα  καθόταν   μια   γριούλα  κι   ανακάτευε  στη  φωτιά  μια  πηχτή,  μυρωδάτη  σούπα.  Το  κορίτσι  έσπρωξε  δειλά  την   πόρτα  και  μπήκε  μέσα.

–  Καλώς  την,  είπε  η  γριά.  Ήντα  γυρεύκεις,  εσού  μια  κορούα,  τέθκοιαν  ώραν  μέσα  στο  δάσος;   Έλα  κοντά  στην  φωθκιάν  να  βράσεις.

Το  κορίτσι  με  λυγμούς,  της  είπε  την  ιστορία  του. Η  γριά  που  είχε  καλή  ψυχή  και  ζούσε  μονάχη   της  χρόνια  τώρα,  χάρηκε  τη  συντροφιά  του  κοριτσιού.  Της  έδωσε  ρούχα  καθαρά,  έφαγαν  τη  σούπα  τους  και  την  κράτησε  κοντά  της.

–  Μείνε  κόρη  μου  μιτά  μου,   της  είπε.  Αν  δε  σε  άφησεν  ο  πατέρας  σου  εν  νάρτει  να  σε  πάρει.  Μαν  πάλε  τζι  έπαθεν  κανένα  κακόν,  εννά  ζήσουμεν  οι  δκυο  μας,  να   κάμνουμεν   τζιαι  παρέαν.

Έτσι  κι  έγινε.  Οι  μέρες  περνούσαν  και   γριά  και  κορίτσι  ζούσαν  ξέγνοιαστα  στη  μικρή  καλύβα  του  δάσους.  Η  γριά  είχε  ένα  προβατάκι  για  να  παίρνει  το  γάλα  του,  δυο  κοτούλες  για  τ’ αυγά  τους,  ένα  γουρουνάκι  για  το  κρέας  του  κι  ένα  χαδεμένο  γατάκι  που  δεν  άφηνε  ερπετό  να  πλησιάσει  την  καλύβα.  Όμως  με  το  κορίτσι  ήρθε  κι  η  κακοτυχιά  και  φώλιασε  στο  σπίτι  της  γριάς.  Ένα,  ένα,  τα  ζώα  της  άρχισαν  να  ψοφούν  χωρίς  ιδιαίτερο  λόγο.  Η  δυστυχία  θρονιάστηκε  στην  καρδιά  και  στην  καλύβα  της  γριάς.

Μια  φίλη  της  γριάς  που  καθόταν  κι  αυτή  στο  δάσος,  την  επισκέφτηκε  μια  μέρα.  Η  γριά  κλαίοντας,  της  διηγήθηκε   τις  συμφορές  που  κτύπησαν  το  σπίτι  της,  αντί  για  την  ευτυχία  που  περίμενε  να  της  φέρει  το  μικρό  κορίτσι.

–  Δκιώξε  την  πριν  να  σ’  έβρουν  τζι  άλλα  κακά,  της  είπε  η  φίλη  της.  Εν  θωρείς  πως  εν  κακότυχη;  Για  τούτον  τζιαι  δκιώξαν  την  τζιαι  που  το  σπίτιν  της.  Πέψε  την  αλλού  νάβρει  την  τύχην  της.

Η  γριά  έδιωξε  την  κοπέλα  με  μισή  καρδιά.  Όμως  δεν  μπορούσε  να  κάνει  διαφορετικά.

Το  κορίτσι  περπάτησε  μέρες  και  νύκτες.  Πέρασε  από  το  δάσος,  πέρασε   τον  κάμπο  κι  έφτασε  τις  αλυκές.  Εκεί  δεν  υπήρχε  μήτε  άνθρωπος,  μήτε  ζώο,  μήτε  πουλί.  Μονάχα  νερό  κι  αλάτι.  Έπεσε  στα  γόνατα  κι  άρχισε  να  φωνάζει  κλαίγοντας:

–  Τύχη  των  τυχών  τζιαι  των  κακότυχων,  βοήθα  με  τζιαι   μέναν  την  άτυχην.

Φώναξε,  έκλαψε,  ώσπου  στέρεψαν  τα  δάκρυα  της  και  δεν  έβγαινε  η  φωνή   της.  Έπεσε  μπρούμυτα  στο  βρεγμένο  αλάτι  κι  αποκοιμήθηκε.  Τότε  ένιωσε  ένα  δυνατό  φως  να  την  τυλίγει  και   μια  βαθιά  φωνή  να  λέει:

Πάρτο  κουβάρι  με  την  κλωστή

που  είναι  από  μετάξι.

Αυτό  είναι  η  τύχη  σου

το  μέλλον  σου  θ’ αλλάξει.

 

 

Μην  το πουλήσεις  πουθενά

μήτε  να  το  χαρίσεις.

Αν  στο  ζητήσει  βασιλιάς

τότε  να  το  ζυγίσεις.

 

Άνοιξε  τα  μάτια  η  κοπέλα,  κοίταξε  γύρω  της,  μα  δεν  υπήρχε  ψυχή  Θεού.  Μονάχα  δίπλα  στα  πόδια  της,  στραφτάλιζε  στο  φως  ένα  μεγάλο  κουβάρι   χρυσή  κλωστή.  Το  πήρε  και  γεμάτη  χαρά  τράβηξε  το  δρόμο  κατά  κει  που  φαινόταν  καπνός  και  σπίτια.  Το  γέλιο  φώτισε  το   πρόσωπο  της   και  το  τραγούδι  άνθισε  στα  χείλη  της.

Κάποτε  έφτασε  σε   μια  άγνωστη  πολιτεία.  Εκεί  γίνονταν  προετοιμασίες  για  το  γάμο  του  βασιλιά.  Όλη  η  χώρα  ήταν  στο  πόδι.  Μα  κανένας  δεν  μπορούσε  να  λύσει  το  μεγάλο  πρόβλημα  που   αντιμετώπιζαν.  Για  να  τελειώσει  η  γαμπρική  μεταξένια  φορεσιά  του  βασιλιά,  χρειαζόταν  ένα  μεγάλο  κουβάρι  μεταξένια  κλωστή.  Πουθενά  όμως  δεν  έβρισκε  τέτοια  κλωστή.  Ρώτησαν  στις  γειτονικές  πολιτείες,  στείλανε  έμπορους  στην  μακρινή  Ανατολή,  μα  όλοι  γύριζαν  πίσω  με  άδεια  χέρια.

Σαν  το  άκουσε  η  κοπέλα,  πήρε  το  κουβάρι  με  το  νήμα  και  τράβηξε  ίσια  για  το  παλάτι.  Της   έδωσαν  γι’  αντάλλαγμα  ένα  σακούλι  με  χρυσά  φλουριά,  μα  το  κορίτσι  αρνήθηκε  να  τους  δώσει  το   νήμα.

–  Τότε  μόνον  εννά  σας  δώσω  την  κλωστήν,  αν  βάλετε  στην  ζυαρκάν  τόσον  γρυσάφιν,  όσον  βαρεί  τζι  η  κλωστή.

Σαν  το  άκουσε  ο   βασιλιάς  δέχτηκε  με  ικανοποίηση.  Πόσο  θα   βαρούσε   ένα  κουβάρι  μεταξένια  κλωστή;

Προς  μεγάλη  τους  έκπληξη  όμως,  όσο  περισσότερο  χρυσάφι  έβαζαν  στη  ζυγαριά,  τόσο  πιο  βαρύ  γινόταν  και  το  κουβάρι  με  την  κλωστή.  Κόντευαν  να  βάλουν  στη  ζυγαριά,  όλο   το  χρυσάφι  του  παλατιού,   όταν  ο   βασιλιάς  φώναξε:

–  Φτάνει  ως  δαμαί.  Καλλύττερα  να  παντρευτώ  την   γεναίκαν  που  έσσιει  το  μετάξιν   παρά  να  δώσω  ούλλον  το  γρυσάφιν  του  παλαθκιού.

Έτσι  κι   έγινε.  Γιόρτασαν  λαμπρά  τους  γάμους  του  βασιλιά  κι  η  καινούρια  βασίλισσα   έφερνε  παντού  τύχη  και  χαρά.  Η   κακοτυχία   της  είχε  εξαφανιστεί  μαζί  με  τη  δυστυχία  της.

Ύστερα  από  χρόνια  ένας  γέρος   ασπρομάλλης,   έφτασε   στο  παλάτι   για  να  πουλήσει  την  πραμάτια  του.

–  Έχω  φρέσκο  μυρωδάτον  μέλιν!  Του  βουνού   τζιαι  των  δρουμπιών,  είπε  στη  βασίλισσα.  Γόραστο  κόρη   μου  τζι  ο  Θεός  να  σου  πέψει  ούλλην   την  τύχην  των  τυχών.

Η  καρδιά  της  βασίλισσας   σκίρτησε.  Αυτός  ο   ασπρομάλλης  γέρος  ήταν   ο  πατέρας   της.  Πώς  θα   μπορούσε   να  τον  αναγνωρίσει;

–  Γέρο,    του  είπε.  Προσπαθώ  νάβρω   κάνα   δκυο   δούλες  για  το  παλάτι.  Ξέρεις  πού  μπορώ  νάβρω;

Του  γέρου  λαχτάρησε  η  καρδιά  του.  Αυτή  ήταν  σπουδαία  τύχη  για  τα  δυο   του  κορίτσια,  να  ζούνε  σε   παλάτι  αρχοντικό  κι  ας  ήταν  υπηρέτριες.

–  Αύριον  εννά   σου  φέρω   τες  δκυο  μου  κόρες,  Μεγαλειότατη,  είπε   στη  βασίλισσα  και  της  έκανε  βαθιά  υπόκλιση.

Την  άλλη  μέρα  έφτασε  στο  παλάτι  ο  γέρος  με  τις  δυο  κόρες  του.  Η  βασίλισσα  δεν  άντεξε  να  κρύβεται  για  πολύ.  Τους  αποκάλυψε  πως  ήταν  η  μικρή  τους  αδερφή.  Κι  ύστερα  τους  διηγήθηκε  πως  η  τύχη  της  κακότυχης,  έγινε  η   τύχη  των  τυχών!