Προσφορά!

Κυπριακά Παραμύθια που άφησαν εποχή

12.00

Κατηγορία:

Περιγραφή

Περιλαμβάνονται τα εξής παραμύθια: 

  1. Η Πούλια και ο Αυγερινός
  2. Ο όμορφος του κόσμου
  3. Η τύχη του ζητιάνου
  4. Ο Βασιλικός
  5. Το γλέντι του ράφτη
  6. Ο Τυρίμος
  7. Το μεγαλύτερο ψέμα
  8. Ο Ρεβιθάς
  9. Πραματευτής και μάγειρας
  10. Ο μαστιχένιος

Ένα παραμύθι από το βιβλίο

Ο Βασιλικός

Μια  φορά  κι  ένα  καιρό,  κάπου  στην  Κύπρο  ζούσε   ένας  άνθρωπος  που  είχε  τρεις  κόρες.  Η   μητέρα  τους  πέθανε  κι  έμειναν  ορφανές.  Σε  λίγο  καιρό  αρρώστησε  κι   ο  πατέρας.  Όταν  κατάλαβε  πως  πλησίαζε  το  τέλος  του,  φώναξε  τις  κόρες  του  και   τους  είπε:

–  Εγιώ  σε  λλίον  τζιαιρόν  εννά  πεθάνω.  Δεν  σας   αφήννω  ούτε  ριάλλια,  ούτε  χωράφκια,  εξόν   πόναν  μιτσίν   τζιπούιν.  Να   το  περιποιάστε  τζιαι  που  τούτον  εννά  βκάλλετε  τα  έξοδα  σας,  για  να  ζήσετε.

Μια  μέρα  καθώς  η  μεγαλύτερη  κόρη  πότιζε  τα  δέντρα,  πέρασε  από  δίπλα  της  το  βασιλόπουλο,   που   ‘χε  το  παλάτι  του  στη  γειτονική  πολιτεία.  Κοντοστάθηκε  και   της  είπε:

Σκαλίζεις  τζιαι   ποτίζεις

ψιντρήν    βασιλιτζιά,

μα  ξέρεις  πόσα  φύλλα

έσσιει  στα  κλωνιά;

 Η  κοπέλα  δεν  έδωσε  καμιά  απάντηση  στο  βασιλόπουλο.  Μπήκε  μέσα  στο  σπίτι  και    είπε  στις  αδερφές  της  τα  λόγια  που  άκουσε  από  το  στόμα  του.  Η  δεύτερη  αδερφή  είπε,  πως  την  επόμενη  μέρα,  θα  πήγαινε  εκείνη  στον  κήπο.

Πήγε   λοιπόν  στον  κήπο  η  δεύτερη  αδερφή  και  σαν  την   είδε  το  βασιλόπουλο  να  ποτίζει  τα  λουλούδια,  είπε  και  σ’  αυτήν  το  ίδιο  τετράστιχο.

Σαν  επέστρεψε  στο  σπίτι  η  κοπέλα,  είπε  στις  άλλες  αδερφές,  ότι  άκουσε  κι  αυτή  τα   ίδια  λόγια  από  το  βασιλόπουλο.

Την  τρίτη  μέρα,  στον  κήπο  πήγε  η   μικρότερη  αδερφή.  Βλέποντας   την  το   βασιλόπουλο,  στάθηκε  μπροστά  της  και  μ’ όλο  το  θάρρος  που  είχε,  της  είπε:

 Σκαλίζεις  τζιαι  ποτίζεις

ψιντρήν  βασιλιτζιάν,

μα  ξέρεις  πόσα  φύλλα

έχουσιν  τα  κλωνιά;

Χωρίς   να  χάσει  καθόλου  καιρό,  το  κορίτσι  απάντησε:

 Γράφεις  τζι  αναγράφεις

τζι  είσαι  γραμματικός,

μα  ξέρεις  πόσα  άστρα

έσσιει  ο  ουρανός;

Χαμογέλασε   κρυφά  το  βασιλόπουλο  και  κατάλαβε  πως  η  μικρή  αδερφή  είναι  έξυπνη.

Spoiler title

Έννεν   σαν  τες  άλλες  τούτη,  σιγομουρμούρισε.  Σίουρα  εννά   ξαναδοτζιμάσω   την  εξυπνάδα  της,   είπε  και  συνέχισε  το  δρόμο  του.

Σε   λίγες  μέρες  το  βασιλόπουλο  έβγαλε  τα  βασιλικά  του  ρούχα,  φόρεσε  παλιόρουχα  και   φορτώθηκε  στη  ράχη  του  ένα  δοχείο  με  μέλι.  Πέρασε  έξω  από    το  σπίτι  που  έμεναν   οι  τρεις  αδερφές  κι  άρχισε  να  διαλαλεί  το  εμπόρευμα  του.

– Μέλιν,  έχω  ωραίον    τζιαι  μυρωδάτον  μέλιν!

Οι  κοπέλες  σαν  άκουσαν  τον  πραματευτή,  θέλησαν  ν’ αγοράσουν  από  το   μέλι  του.  Βγήκε  γι’  αυτό  η  πρώτη  αδερφή  έξω  στο  δρόμο  και   ρώτησε  το  παλικάρι,  πόσα  πωλούσε  το  μέλι.

Το  βασιλόπουλο  της  είπε:

Δεν  το  πουλώ  με  τα  λεφτά

κοπέλλα  μου  το  μέλι.

Το  ανταλλάσσω  με  φιλιά

σε  τζείνην   που  το  θέλει!

Η  κοπέλα  έγινε  κατακόκκινη  από  ντροπή  κι  έτρεξε  στο  σπίτι   που  ήταν  οι  αδερφές  της.  Αφού  σκέφτηκαν   τα  λόγια  του  πραματευτή,   οι  δυο  μεγαλύτερες  αδερφές  αποφάσισαν  να  στείλουν   τη  μικρή,  να  τη  φιλήσει  και  να  της  χαρίσει  το  μέλι.  Η   μικρή  στην  αρχή  δίσταζε,  τελικά  όμως  δέχτηκε.  Σε  λίγο  επέστρεψε  φιλημένη,   αλλά  με  το  μέλι  στα  χέρια   της!

Την  επόμενη  μέρα  το  βασιλόπουλο  φόρεσε  τα  βασιλικά  του  ρούχα  και   πήγε  έξω  από   τον  κήπο  των  τριών  αδερφών.  Είδε  τη  μικρότερη  να  περιποιείται  τα  λουλούδια   και  της  είπε:

 Σκαλίζεις  τζιαι  ποτίζεις

ψιντρήν  βασιλιτζιάν,

μα  ξέρεις  πόσα  φύλλα

έχουσιν  τα  κλωνιά;

H  κοπέλα  απάντησε:

Γράφεις  τζι  αναγράφεις

τζι  είσαι  γραμματικός,

μα  ξέρεις   πόσα  άστρα

έσσιει  στον  ουρανόν;

Το  βασιλόπουλο  τότε  της  είπε:

Μελοπούλης  δεν  ήμουν,

τζιαι  μελοπούλης  εγίνηκα,

στο  σπίτιν  σου  ήρτα

τζιαι  το  φιλίν  σου  επήρα!

Έφυγε  το  βασιλόπουλο  κι  η  κοπέλα  έμεινε  με  το  στόμα  ανοικτό.

–  Να  δει  ήντα  μπο  να  του  κάμω,  είπε  κι  έτρεξε  στο  σπίτι  της.

Μετά  από  λίγες   μέρες,  η  κοπέλα  φόρεσε   ανδρικά  ρούχα,  πήρε  στο  χέρι  της  ένα  δρεπάνι  και  ξεκίνησε  για   το  παλάτι.

Βρήκε  το  βασιλόπουλο  που  ετοιμαζόταν  να  πάει  περίπατο  και  του  είπε:

–  Πόμεινε  λλίον  τζιαι  κάτι  σε  θέλω.  Είμαι  ο  χάρος  τζι  ήρτα  να  πιάσω  την  ψυσσιήν  σου.

Το  βασιλόπουλο   τα  χρειάστηκε.

–  Σε  παρακαλώ,  της  είπε,  άης με  να  ζήσω  ακόμα  τέσσερις  μέρες,  για  να  ποσσαιρετίσω  τους  συγγενείς  τζιαι  τους  φίλους  μου.

–  Όχι,  του  είπε.  Η  μόνη  περίπτωση  να  σ’  αφήσω  να  κάμεις  κάτι  τέθκοιον,  ενι  να  δύσω  το  δρεπάνιν  πάνω  στο  κορμίν  σου.

Δέχτηκε   το   βασιλόπουλο  και  συμφώνησαν  την  τέταρτη  μέρα  να  βρεθούν  κοντά  στο  σπίτι  των  τριών  αδερφών.

Έτσι  κι  έγινε.  Βλέποντας  την  κοπέλα  στον  κήπο,  το  βασιλόπουλο  της  είπε:

 Σκαλίζεις   τζιαι  ποτίζεις

ψιντρήν    βασιλιτζιάν,

μα  ξέρεις  πόσα  φύλλα

έχουσιν  τα  κλωνιά;

 Η   κοπέλα  του  είπε:

Γράφεις  τζι  αναγράφεις

τζι  είσαι  γραμματικός,

μα  ξέρεις  πόσα  άστρα

έσσιει  στον  ουρανόν;

Το  βασιλόπουλο  απάντησε:

Μελοπούλης  δεν  ήμουν

τζιαι  μελοπούλης  εγίνηκα,

στο  σπίτιν  σου  ήρτα

τζιαι  το  φιλίν  σου  επήρα.

Κι  εκείνη  με  τη  σειρά  της:

Χάρος  δεν  ήμουν

τζιαι  χάρος  εγίνηκα,

στο  σπίτιν  σου  ήρτα

τζιαι  το   δρεπάνιν  σου  έμπηξα.

Ώστε  εσού  είσαι  ο  χάρος;  Της   είπε  το  βασιλόπουλο.  Έλα   να  πάμεν  στο  παλάτιν  τζιαι  μόνον  εσού  ταιρκάζεις   για  γεναίκα  μου.  Καμμιάν  άλλην  δεν  θέλω.

Πήγαν  αγκαλιασμένοι  στο  παλάτι,  όπου  σε  λίγες  μέρες  έγιναν  οι  γάμοι  τους.  Μάλιστα  φρόντισαν  και  σύντομα  πάντρεψαν  και  τις  άλλες  δυο  αδερφές  της  βασιλοπούλας.  Κι  έζησαν  όλοι  τους  χρόνια  πολλά,  καλά  κι  ευτυχισμένα.