Προσφορά!

Κυπριακά Μοναστήρια τόμος Β

15.00

Κατηγορία:

Περιγραφή

ΙΕΡO HΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ   ΑΓΙΟΥ   ΙΛΑΡΙΩΝΟΣ

(Επισκοπή  Πάφου)

 Βορειοανατολικά  της  πόλης  του  Κτήματος,  κάπου  δέκα  χιλιόμετρα  από  αυτή,  είναι  κτισμένο  το  χωριό  της  επαρχίας  Πάφου  Επισκοπή,  γνωστό  στους  Κύπριους  κι  ως  Επισκοπή  του  «Μωρού  Νερού».  Αξιόλογη  και  με  θρησκευτικό  ενδιαφέρον,  είναι  η  προέλευση  του  επώνυμου  του  χωριού,  όπως  ερμηνεύεται  μέσα  από  εγκώμιο  του  Αγίου  Νεοφύτου.

Όταν  ο  Άγιος  Γεννάδιος (Πατριάρχης  Κωνσταντινουπόλεως από  το  458 – 471)  έφτασε  στην  Κύπρο,   συνοδευόμενος  από  ένα  ευσεβή  μοναχό,  ονομαζόμενο  Νείλο,  θέλησε  να  επισκεφθεί  το  μέρος  όπου  ασκήτεψε  ο  Μέγας  Ιλαρίων.  Κατά  τις  μέρες  της  πορείας  του  προς  το  ασκητικό  όρος,  έπεφτε  βαρειά  χιονόπτωση  κι  επικρατούσε  δριμύ  ψύχος.  Ήταν  βράδυ  όταν  έφτασε  μέχρι  το  χωριό  της  Πάφου  «Κισσόπτερα»  –  ανύπαρκτο  πια –  και  στην  προσπάθεια  του    να  τύχει  προσωρινής  φιλοξενίας,  ένεκα  των  άθλιων  καιρικών  συνθηκών,  κτύπησε  την  πόρτα  ενός  σπιτιού,  αλλά  δυστυχώς    δεν  βρήκε  ανταπόκριση.  Το κουρασμένο σώμα  του  καλοκάγαθου  Γέροντα,  δεν  άντεξε  τη  νυκτιάτικη  παγωνιά  κι  εκεί  ο  εκλεκτός  επισκέπτης  του  νησιού,  παρέδωσε  την  αγία  του  ψυχή.  Την  κηδεία  του  γέροντα  μοναχού,  αποφάσισε  να  τελέσει  ο  ίδιος  ο  Επίσκοπος  Πάφου,  ο  οποίος  πορεύτηκε  προς  την  «Κισσόπτερα»  με  τη  συνοδεία  κλήρου και λαού.  Όμως  σαν  έφτασαν  στο  χωριό,  συνάντησαν  ένα  μεγάλο ποτάμι     – το  οποίο  καμιά  φορά  δεν  υπήρχε  προηγουμένως –  «και  σκότος  επάνω  του  ύδατος»,  φαινόμενα  από  τα οποία,  εμποδίζονταν  να  προχωρήσουν.  Τότε  ο  Επίσκοπος,  κατανόησε  πως  ο  κεκοιμημένος  μοναχός  ήταν  άγιος  άνθρωπος  και  πως  ήταν  ανάξιοι  να  τον  πλησιάσουν.  Προσευχήθηκαν  όλοι  στο  Θεό  να  τους  συγχωρήσει  και   να  μπορέσουν  να  τελέσουν  την  κηδεία  του  νεκρού  σώματος.

 «Και   γενομένης  εκτενούς  ικεσίας  και  κραυγής,  το  Κύριε  ελέησον,  άφαντος  και  ο  ποταμός  και  το  σκότος   θάττον  γεγόνασι.  Και  η  συνήθης  κρήνη  του  ύδατος  πάλιν  ωράτο  μονώτατος,  ην  και  Όμορον  ύδωρ  ο  επίσκοπος  κέκληκε  (όμορον σημαίνει  το  πλησίον  και  ου  πόρρω).  Στις  μέρες  μας  το  τοπωνύμιο  είναι  γνωστό ως «Μορόννερο».  Περισσότερα  για  τον Άγιο  Γεννάδιο,  περιλαμβάνονται  στην  «Πανηγυρική  Α»  του  Αγίου  Νεοφύτου.

Σε  μια  σπηλιά  έξω  από  το  χωριό,  στην  τοποθεσία  «Μούττη  τ’ Άη  Λαρκού»,  ασκήτεψε  για  κάποια  περίοδο,  στα  μέσα  του  4ου   αιώνα  μ.Χ.,   ο  ασκητής  Μέγας  Ιλαρίων.  Μερικοί  μελετητές  αναφέρουν  πως  ο  άγιος   έζησε  εκεί  για  έξι  χρόνια,  από  το  έτος  367  μέχρι  το  373 μ.Χ.  που  κοιμήθηκε,  ενώ  άλλοι  μιλούν  πως  παρέμεινε  εκεί  για  δεκαέξι  χρόνια.

Η  σπηλιά,  μέσα  στην  οποία  πέρασε  την  ησυχαστική  του  ζωή  ο  Όσιος,  σώζεται  μέχρι  σήμερα  κι  ανταποκρίνεται  σε  ικανοποιητικό  βαθμό  στην  περιγραφή  του  Ιερώνυμου,  ο  οποίος  αναφέρει  τα  εξής  για  τον  Όσιο  Ιλαρίωνα  τον  Μέγα:    «εζούσεν  εις  κελλίον  στενόν  ύψους  πέντε  ποδών  και  ουχί  πολύ  μακρύτερον  ομοιάζον  μάλλον  προς  τάφον,  παρά  προς  κατοικίαν  και  χρησιμεύον  εις  αυτόν  ως  καταφύγιον».

Ο  Άγιος  Ιλαρίων  γεννήθηκε  στο  χωριό  Θαβαλά,  που  βρισκόταν  κοντά  στην  παλαιστινιακή  πόλη  Γάζα,  το  έτος  293  μ.Χ.  Γνώρισε  στην  Αίγυπτο  τον  ξακουστό  ασκητή –  τον  Καθηγητή της  ερήμου –   Μέγα  Αντώνιο,  από  τον  οποίο  έλαβε  τη  μοναχική  κουρά  σε  ηλικία  δεκαπέντε  χρονών.  Από  την  Αίγυπτο,  με  προτροπή  του  Αγίου  Αντωνίου,  επέστρεψε  στην  πατρίδα  του,  όπου  βρήκε  κατάλληλο  μέρος –  μια  σπηλιά –  μέσα  στην  οποία  ασκήθηκε  με  θέληση,  υπομονή  και  προσευχή  στην  κατά  Χριστόν  ζωή.  Σύντομα  ο  άγιος –  αναφέρεται  η  ηλικία  των  τριαντατριών  χρόνων  –  έκανε  το  πρώτο  του  θαύμα  και  στη  συνέχεια  θαυματουργούσε  σε  όλη  του  τη  ζωή.  Για  τις  πολλές  αρετές  και  τα  θαύματα  του,  ονομάστηκε  από  τον  χριστιανικό  κόσμο  Μέγας,  επίθετο  που  δόθηκε  σε  λίγους  αγίους  της  Ορθοδόξου  Εκκλησίας.

Ο  ιστορικός  Σωζόμενος  που  έζησε  κατά  τον  5ο  αιώνα,  αναφέρει  πως  ο  Άγιος  Ιλαρίων  έφυγε  από  την  έρημο της  Παλαιστίνης  κι  ασκήτεψε  για  μικρή  περίοδο  στην  Πελοπόννησο.  Από  εκεί  με  συντροφιά  τον  μαθητή  του  Ησύχιο  έφτασαν  στην  Κύπρο.  Αποβιβάστηκαν  στις  ακτές  της  Πάφου  κι  αφού  διαπίστωσαν  πως  το  μέρος  προσφερόταν  για  ησυχαστική  ζωή,  παρέμειναν  σε  εκείνη  την  περιοχή.

Η  παραμονή  τους  στα  παράλια  υπήρξε  σύντομη,  γιατί  με  προτροπή  του  Ησύχιου  αναζήτησαν  ησυχαστικότερο  μέρος,  το  οποίο  πέτυχαν  σε  ένα  απόκρημνο  και  δύσβατο  βουνό,  έξω  από  το  χωριό  Επισκοπή  στην  επαρχία  Πάφου.  Εκεί  κοντά  υπήρχε  άφθονο  τρεχάτο  νερό  και  καρποφόρα  δένδρα.

Τον  ασκητή  Ιλαρίωνα  και  το  μαθητή  του  Ησύχιο,  ακολούθησαν  και  μερικοί  Κύπριοι  χριστιανοί,  οι  οποίοι  ποθούσαν  την  ασκητική  ζωή.  Ήταν  οι  Φωκίων,  Μελχίων,  Σαλαμίνιος  και  Κρισπιανός,  οι  οποίοι  κατά  μεγάλη  πιθανότητα  υπήρξαν  και  οι  πρώτοι  Κύπριοι  μοναχοί.  Στο  μέρος  που  ανάβλυζε  το  νερό,  οι  μοναχοί  δημιούργησαν  περιβολάκι  φυτεύοντας  σε  αυτό  διάφορα  λαχανικά.  Ακόμα  έσπερναν  κριθάρι  για  την  παρασκευή  ψωμιών  και  συντηρούνταν  χωρίς  τη  βοήθεια  κανενός.

Μερικά  χρόνια  αργότερα,  πριν  από  την  κοίμηση  του  Αγίου  Ιλαρίωνα,  τον  επισκέφθηκε  στο  ασκητήριο  του  ο  Άγιος  Επιφάνιος  μαζί  με  το  μαθητή  του  Ιωάννη.  Εκεί  ο  Μέγας  Ιλαρίων  πρόβλεψε  πως  ο  Επιφάνιος  θα  ταξίδευε  στη  Φοινίκη,  όπως  επιθυμούσε,  αλλά  θα  κατοικούσε  στην  κυπριακή  πόλη  Κωνστάντια.  Η  πρόβλεψη  του  αγίου  επαληθεύτηκε  κι  ο  Επιφάνιος  με  θαυμαστό  τρόπο,  χειροτονήθηκε  Επίσκοπος  της  πόλης.  Ο  Όσιος  Ιλαρίων, όταν  έγινε  ογδόντα  χρόνων  και  κατάλαβε  πως  πλησίαζε  η  ώρα  της  εκδημίας  του,  επειδή  εκείνες  τις  μέρες  απουσίαζε  από  το  μοναστήρι  ο  υποτακτικός  του  Ησύχιος,  ετοίμασε  μια  ιδιόχειρη  διαθήκη,  με  την  οποία  του  άφηνε  όλα  τα  υπάρχοντα  του,  τα  οποία  ήταν  ένα  Ευαγγέλιο,  ένα  ράσο,  μια  ζώνη  τρίχινη  κι  ένα  κουκούλι.

Σε  μικρή  απόσταση  από  το  κελλί  του  Οσίου,  κτίστηκε  ξωκκλήσι  αφιερωμένο  στο  άγιο  όνομα  του,  το  οποίο  όμως,  δυστυχώς  ερειπώθηκε.  Η  μνήμη  του  Οσίου  Μεγάλου  Ιλαρίωνος,  γιορτάζεται  στις  21  Οκτωβρίου.   Ένα   νέο  μικρό  ξωκκλήσι  κτίστηκε  τα  τελευταία  χρόνια  σχεδόν  πάνω  από  το  μικρό  σπήλαιο.