Προσφορά!

Κυπριακά Μοναστήρια – Τ’αγκωνάρια της πίστης μας

30.00

Κατηγορία:

Περιγραφή

ΙΕΡΑ   ΜΟΝΗ   ΠΑΝΑΓΙΑΣ   ΚΑΝΤΑΡΙΩΤΙΣΣΑΣ

Στην  ανατολική  άκρη  της  σκλαβωμένης  οροσειράς  του  Πενταδάκτυλου,  στη  ψηλή  κορφή  του  βουνού  Καντάρα,  μέσα  σε  μια  περιοχή  κατάφυτη  με  δέντρα  και  θάμνους,  ιδρύθηκε  κατά  το  12ο   αιώνα   Μονή,  η  οποία  αφιερώθηκε  στην  Παναγία.  Στη  Μονή  δόθηκε  το  επίθετο  Κανταριώτισσα  από  την  τοποθεσία  στην  οποία  κτίστηκε  και  με  αυτό  αναφέρεται  από  τον  χριστιανικό  κόσμο  της  Κύπρου.

Η  Μονή  της  Κανταριώτισσας  έγινε  γνωστή  στους  απανταχού  Ορθοδόξους  από  το  φρικτό  μαρτύριο  που  υπέστησαν  οι  δεκατρείς  μοναχοί  της,  κατά  το  έτος  1231.  Οι  πληροφορίες  σχετικά  με  το  μαρτύριο  των  μοναχών  της  Κανταριώτισσας,  καταγράφηκαν  από  άγνωστο  συγγραφέα –  μάλλον  Κύπριο –  σε  χειρόγραφο,  χρονολογούμενο  κατά  το  14ο   αιώνα  και,  το  οποίο  φυλάσσεται  στην  Εθνική  Βιβλιοθήκη  του  Παρισιού.  Διασώζεται  όμως  κι  ένα  δεύτερο  αντίγραφο  του  χειρογράφου,  με  χρονολογία  1426,  το  οποίο  φυλάσσεται  στη  Μαρκιανή  Βιβλιοθήκη  της  Ενετίας.  Ο  τίτλος  του   χειρόγραφου  για  το  μαρτύριο  των  Ορθόδοξων  μοναχών,  έχει  ως  εξής:  «Διήγησις  των  αγίων  τριών  και  δέκα  οσίων  πατέρων  των  δια  πυρός  τελειωθέντων  παρά  των  Λατίνων  εν  τη  νήσω  Κύπρω  εν  τω  χιλιοστώ  διακοσιοστώ  πρώτω  έτει».  Το  κείμενο  του  χειρόγραφου  είναι  δημοσιευμένο  στο  έργο «Μεσαιωνική  Βιβλιοθήκη» (τόμος  β)  το  οποίο  κυκλοφόρησε  στην  Ενετία  το  1873,  ο  Κωνσταντίνος  Σάθας.  Μεταξύ  άλλων,  σε  εκείνο  το  ιστορικό  χειρόγραφο  αναφέρονται  και  τα  ακόλουθα:

«….Τότε  τον  παρέδωκε  τούτους  προς  τον  ρήγαν  αποφηνάμενος,  ποίω  θανάτω  αυτούς  απολέσει,  ούτως  ειπών:  «Επεί  οι  μονάζοντες  ούτοι  των  Γραικών  λέγουσιν,  ότι  το  άζυμον,  ου  δέδοται  παρά  Χριστού  προσφέρειν  υπέρ  αυτού,  αλλά  το  ένζυμον  κακοί  κακώς  απολέσθωσαν,  και  τους  εις  τούτο  βλασφυμούντας  αποφαινόμεθα,  ίνα  πρώτον  δήσαντες  αυτών  τους  πόδας  δια  της  αγοράς  τούτους  έλκωσιν,  ήτοι  του  ποταμού,  ίνα  δια  των  πετρών  των  εν  τω  ποταμώ  κατατριβώσιν  αυτών  αι  σάρκες,  έπειτα  δε  τω  πυρί  παραπέμψωσι».  Της  γουν  αποφάσεως  γενομένης  και  των  δημίων  εφεστηκότων,  οι  όσιοι  ούτοι  και  μακάριοι  πατέρες  τους  οφθαλμούς  εις  τον  ουρανόν  άραντες  και  μια  φωνή  ευχαριστούντες  έλεγον: « Κύριε  ο  Θεός  των  δυνάμεων,  ευχαριστούμεν  σοι,  ότι  ηξιώσας  εμάς  κρίττους  φανήναι  των  καταράτων  τούτων  Λατίνων  και  υπέρ  σου  αποθανείν,  οι  τρεις  παίδες  εν  καμίνω  εδοκιμάσθησαν  αλλ’  εις  εκείνους  μεν  διπλούν  χάριν  παρέσχες,  επί  τω  κρείττω  ους  φανήναι  Χαλδαίων  και  πυρός,  ημείς  δε  κρείττους  φανέντες  των  Λατίνων,  δος  ισχύν  μη  δειλούς  φανήναι  του  πυρός  τούτου,  ολοκαυτούμενοι  δε  εν  τούτω  προδεχθείημεν,  ως  πάσαν  κηλίδα  αποτιναξάμενοι  από  της  ψυχής  και  απονιψόμενοι,  και  της  σαρκός  ταύτης  της  ευτελούς  και  πλυμόχθου  μη  φεισάμενοι,  της  βασιλείας  σου  αξιωθείημεν  της  αϊδίου  δος  δε  και  της  εκ  των  λειψάνων  ημών  χρισμένοις  και  μνημονεύουσι  τον  άξιον  μισθόν  αυτών  και  πάντα  τα  προς  σωτηρίαν  αιτήματα.  Είτα  φθάσαντες  συρόμενοι  δια  του  ποταμού  και  δεδεμένοι  τοις  ίπποις  και  ημιόνοις  όπισθεν,  και  βωλοσύραντες,  ούτω  γαρ  κοινολογείται  παρά  των  αυτοχθόνων  και  ημεδαπών,  τω  πυρί  ενεβλήθησαν.  Και  ούτως  ετελειώθησαν  οι  καλλίνικοι  του  Χριστού  μάρτυρες  και  καλά  θρέμματα  της  αυτού  ποίμνης,  οι  γλυκύτατοι  άρνες  και  της  άνω  Σιών  οικήτορες,  οι  γενναίοι  και  νέοι  ομολογηταί,  και  επληρώθη  εις  αυτούς  τα  του  προφήτου  Δαυίδ  ρήματα, «διήλθομεν  δια  πυρός  και  ύδατος  και  εξήγαγες  ημάς  εις  αναψυχήν».

Αρκετοί  από  τους  Οσιομάρτυρες  δεν  ήταν  Κύπριοι  αλλά  είχαν  έρθει  στο  νησί από  άλλα  μέρη  των  Ορθοδόξων  κι  εγκαταβίωσαν  στην  Ιερά  Μονή  Παναγίας  στην  Καντάρα.  Οι  δυο  πρώτοι  μοναχοί,  οι  οποίοι  ήταν  επικεφαλής  των  υπολοίπων,  έφτασαν  στο  νησί  από  τη  Μικρά  Ασία,  γεγονός  που  μαρτυρείται  μέσα  από  τη «Διήγησιν»:

«….Οι  δε  τούτων  (των  δεκατριών)  έξαρχοι  και  καθηγηταί  υπήρχον  οι  άνωθεν  προμνημονευθέντες  Ιωάννης  και  Κόνων….οι  και  υπήρχον  εκ  του  Καλού  Όρους    (γνωστό  κι  ως  Κανδηλόρος  στην  περιοχή  της  Αλλαγίας  της  Μικράς  Ασίας )   εν  τινί  των  εκείσε  μοναστηρίων  ασκούμενοι.  Καταλιπόντες  ουν  το  θαυμαστόν  τούτο  Καλόν  Όρος,  έφθασεν  εις  την  καθ’  ημάς  νήσον  Κύπρον….»

Ήταν  τα  χρόνια  της  φράγκικης  δυναστείας  του  νησιού  κι  η  φοβερή  περίοδος  κατά  την  οποία  η  Καθολική  Εκκλησία  επεδίωκε  την  πλήρη  καθυπόταξη  της  Ορθόδοξης  Εκκλησίας  της  Κύπρου  στον  παπισμό.  Ένας  απεσταλμένος  των  Λατίνων  αρχιερέων,  που  βρίσκονταν  στο  νησί,  ονομαζόμενος  Ανδρέας,  άνθρωπος  πιστός  στο  παπικό  δόγμα,  μετέβηκε  στη  Μονή  Κανταριώτισσας  κι  άνοιξε  συζήτηση  με  τους  μοναχούς  για  θέματα  πίστεως,  καθώς  και  για  τη  τέλεση  των  ιερών  μυσταγωγιών.  Ενώ  συνομιλούσαν  για  τα  άζυμα,  οι  μοναχοί  υποστήριξαν  πως  όσοι  μεταλαμβάνουν  με  αυτά  βρίσκονται  σε  πλάνη  και  ξεφεύγουν  από  την  αλήθεια.  Αυτό  στάθηκε  η  αφορμή,  για  να  οδηγηθούν  οι  δεκατρείς  μοναχοί  μπροστά  στο  Λατίνο  Αρχιεπίσκοπο  του  νησιού,  στον  οποίο  επαναβεβαίωσαν  την  πίστη  τους  για  τα  άζυμα.

Αποτέλεσμα  της  σταθερής  πίστης  τους  στην  Ορθοδοξία  ήταν  η  τρίχρονη  φυλάκιση  τους,  στη  διάρκεια  της  οποίας  ο  μοναχός  Θεόγνωστος  απεβίωσε,  ενώ  στη  συνέχεια  με  απόφαση  του  βασιλιά  της  Κύπρου  Ερρίκου  Α΄,  ο οποίος  ήταν  μόλις  δεκατεσσάρων  χρονών,  καταδικάστηκαν  σε  θάνατο.  Η  εκτέλεση  της  θανατικής  ποινής  υπήρξε  όχι  μόνο  φρικτή  αλλά  βάρβαρη  και  κτηνώδης.  Οι  δώδεκα  θεοσεβείς  Πατέρες  δέθηκαν  από  τα  πόδια  τους  πίσω  από  άλογα  και  σύρθηκαν  στην  κοίτη  του  ποταμού  Πηδιά.  Στη  συνέχεια  κάηκαν  ολοζώντανοι  στη  φωτιά,  στις  19  Μαϊου  το  1231.  Οι  δεκατρείς   Οσιομάρτυρες  της  Ορθοδόξου  πίστεως,  έφεραν  τ’ ακόλουθα  ονόματα:  Ιωάννης,  Κόνων,  Κύριλλος,  Ιωσήφ,  Μάρκος,  Ιερεμίας,  Θεόκτιστος,  Βαρνάβας,  Μάξιμος,  Θεόγνωστος,  Γεράσιμος,  Γερμανός  και  Γεννάδιος.  Η  Εκκλησία  ανακήρυξε  τους  δεκατρείς  Οσιομάρτυρες  αγίους  και  τιμά  τη  μνήμη τους  στις  19  Μαϊου.

Μετά  το  1231,  παρατηρείται  μια  σιωπή  των  πηγών  γύρω  από  το  μοναστήρι  για  τέσσερις  περίπου  αιώνες,  γεγονός  που  οδηγεί  στο  συμπέρασμα  πως,  μετά  το  μαρτύριο  των  θεοσεβών  παλικαριών  της  Ορθοδοξίας,  αυτό  δεν  επανδρώθηκε  με  μοναχούς  στα επόμενα  χρόνια  της  λατινοκρατίας  ή  αν  έγινε  κάτι  τέτοιο  δε  σημειώθηκε  κάποιο  σημαντικό  σχετικά  με  το  μοναστήρι  γεγονός,  γνωστής  και  της  μη  τήρησης  κωδίκων  σε  θρησκευτικά  ιδρύματα,  μέχρι  και  τη  Μέση  τουρκοκρατία  στο  νησί.

Σύμφωνα  με  κτητορικό  κώδικα  της  Ιεράς  Αρχιεπισκοπής,  η  Μονή  Παναγίας  Κανταριώτισσας  ανοικοδομήθηκε  εκ  βάθρων  το  έτος  1777,  όταν  Αρχιεπίσκοπος  Κύπρου  ήταν  ο  θεοφιλής  και  χαρισματικός   θρησκευτικός  ηγέτης  Χρύσανθος.  Τα  σχετικά  με  την  ανακαίνιση  της  Μονής  αναγράφονται  στο  κάτω  μέρος  της  εικόνας  της  Παναγίας  ως  ακολούθως:

«Τω  χιλιοστώ  επτακοσιοστώ  τε  ογδοηκοστώ  τρίτω  σωτηρίω  δη

επ’  αρχιθύτου  Κύπρου  Χρυσάνθου  η  παρούσα  γέγονε  χρυσογραφία

τούδε  του  τέμπλου  και  των  σεπτών  εικόνων σπουδή,  δαπάνη  οικτρού

και  ελαχίστου  εν  ιερομονάχοις  κυρ  Μακαρίου  οικονόμου  πέλοντος

της  Μονής  ταύτης  λαβούσα  τέλος  ήδη,  ως  καθοράται,  παρά  ζωγράφω

τούνομα  Λαυρεντίου,  ιεροδιακόνου  και  ελαχίστου».

 

Η  Μονή  της  Κανταριώτισσας  κατείχε  αρκετή  περιουσία,  ανάμεσα  στην  οποία,  -κατά  τα  τέλη  του  18ου   αιώνα  –  περιλαμβάνονταν  πεντακόσια  αιγοπρόβατα,  αρκετά  στρέμματα  χωραφιών  και  περβολιών  και  πολλά  ελαιόδεντρα.  Επίσης  η  Μονή  είχε  και τρία  μετόχια  σε  γειτονικά  της  χωριά.  Το  ένα  βρισκόταν  στο  χωριό  Γεράνι,  το  άλλο  στο  Δαυλό  κι  ένα  τρίτο  στη  Γύψου,  ενώ  πιθανολογείται  και  τέταρτο  στο  χωριό  Άγιος  Ηλίας.

Το  μοναστήρι  της  Κανταριώτισσας  επισκέφτηκε  στις  αρχές  του  Σεπτέμβρη  του  1878,  ο  πρώτος  Άγγλος  διοικητής  Αμμοχώστου,  λοχαγός  Swaine,  συνοδευόμενος  από  το  γραμματέα  του,  ένα  διερμηνέα,  αρκετούς  έφιππους  «ζαπτιέδες»  κι  από  τον  ανταποκριτή  του  αγγλικού  περιοδικού  «Εικονογραφημένα  Νέα  του  Λονδίνου».  Σε  ανταπόκριση  του  τελευταίου  από  την  Κύπρο,  το  λονδρέζικο  περιοδικό  έγραψε  ανάμεσα  σε  άλλα,   στις  12  Οκτωβρίου  1878:

«…. Ενθουσιαστήκαμε  βλέποντας  το  μοναστήρι  και  μανθαίνοντας  ότι  ο  παπάς  από  τον  Άη – Λιά  έφτανε  να  μας  υποδεχθεί  με  κρύο  κοτόπουλο  και  αυγά.  Ο  μόνος  κάτοικος  αυτού  του  παραμελημένου  παλιού  μοναστηριού  είναι  ένας  γέροντας  και  πολύ  τραχύς  μοναχός  που  παραπονιέται  ότι  τα  βοσκόπαιδα  της  περιοχής  του  ρίχνουν  πέτρες  κι  ότι  φέρνουν  τα  κοπάδια  τους  όχι  μόνο  στην  αυλή  του  μοναστηριού  αλλά  και  στις  οροφές  των  κτιρίων.  Μας  έδειξε  τρύπες  στις  στέγες  των  υποστέγων  που  αυτές  οι  δυσάρεστες  ενέργειες  είχαν  προξενήσει….Για  το  μοναστήρι  της  Καντάρας  πολύ  λίγα  μπορεί  να  πει  κανείς  και  δεν  υπάρχει  τίποτα  το  αξιόλογο.  Μόνο  ο  ναός  επισκευάζεται  και  το  εσωτερικό  είναι  ενδιαφέρον  ως  ένα  βαθμό  για  την  υπερβολική  αθλιότητα  και  τη  φτωχική  του  εμφάνιση.  Επειδή  πιστεύω  ότι  το  μοναστήρι  έχει  μεγάλες  εκτάσεις  περιουσίας,  θα  είναι  ενδιαφέρον  για  τους  οικονομολόγους  να  εξετάσουν  τα  έσοδα   και  τα  έξοδα  του.  Ο  παχύς  φιλόξενος  παπάς  που  ήρθε  από  τον  Άη – Λιά  ζει  πλουσιοπάροχα».

Στον  ιερό  χώρο  παραμένει  όρθιο  το  ερειπωμένο  εκκλησάκι  της  διαλυμένης  Μονής.

 

Επιπρόσθετες Πληροφορίες

Χρον. Έκδοσης

2007