Τα πανηγύρια αποτελούν πανάρχαια συνήθεια, γνωστή από την αρχαιοελληνική μυθολογία. Ο εντοπισμός του Αχιλλέα, του ξακουστού ήρωα του Τρωικού πολέμου, έγινε σε πανηγύρι στη Σκίαθο. Ο Αχιλλέας φυγαδεύτηκε από τους γονείς του για να μη πάρει μέρος στον πόλεμο της «ελληνικής τιμής και αξιοπρέπειας». Γιατί όμως φυγαδεύτηκε; Ο Πηλέας γνωρίζοντας από χρησμό, ότι η μοίρα του παιδιού του όριζε να μη γυρίσει ζωντανός από τον Τρωικό πόλεμο, αποφάσισε να κρύψει τον Αχιλλέα στη Σκύρο. «Πηλεύς δέ προγιγνώσκων ὅτι μοιρίδιον ἧν ἐν Τροία θανεῖν Ἀχιλλέα, παραγενόμενος εἰς Σκύρον πρός Λυκομήδην τόν βασιλέα παρέθετο τόν Ἀχιλλέα, γυναικείαν ἐσθῆτα ἀμφιέσας ὡς κόρην. Ὁ δε αὐτόν μετά τῶν θυγατέρων αὐτοῦ, ἀνέτρεφε».
Δεύτερος χρησμός από το ίδιο Μαντείο, έλεγε πως η μόνη περίπτωση να νικήσουν οι Έλληνες, είναι, αν στον πόλεμο συμμετάσχει και ο Αχιλλέας. Έτσι, οι Έλληνες, για να εντοπίσουν το γενναίο παλικάρι, επιστράτευσαν τον πανούργο βασιλιά της Ιθάκης Οδυσσέα. Κάποιες φήμες κυκλοφόρησαν, ότι, ο Αχιλλέας βρισκόταν στην Σκίαθο, στους γιορτασμούς της θεάς Αρτέμιδας, πράγμα που ώθησε τον Οδυσσέα να ταξιδεύσει στο νησί. Γνώριζε πως στη γιορτή θα πήγαιναν πολλοί εμπορευόμενοι, γι’ αυτό κατασκεύασε και αυτός καροτσάκι που το φόρτωσε με γυναικεία στολίδια, αλλά και δυο τόξα με βέλη. Σκέφτηκε πως θα ήταν αδύνατο, αν ο Αχιλλέας έβλεπε τα τόξα, να μην τα δοκίμαζε. Έτσι και έγινε. Την ώρα που η κοπέλα – Αχιλλέας δοκίμαζε τις ικανότητες του στο τόξο, ο Οδυσσέας τον άρπαξε από τον ώμο και στη συνέχεια αποκαλύφθηκε η πραγματικότητα. Τότε, ο Αχιλλέας ετοίμασε τους Μυρμιδόνες κι εκστράτευσε στην Τροία.
Εικόνα εμποροπανήγυρης συναντάται και στην Καινή Διαθήκη. Όταν τη μέρα του Πάσχα, ο Ιησούς πήγε στο ναό του Σολομώντος στα Ιεροσόλυμα, είδε πολλούς εμπόρους και πλανοδιοπώλες μέσα στο ναό. «Καὶ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξέβαλε πάντας τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν κατέστρεψε καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλούντων τὰς περιστεράς…..»* (Ματθ. 21,12).
Πανηγύρι λοιπόν, αρχαίο και διαχρονικό που όχι μόνο δε φθίνει, αλλά ανθεί και φουντώνει στη ζωή και τις καρδιές των Κυπρίων. Όμως, «για του λόγου το αληθές», υπάρχουν πανηγύρια που άντεξαν στο χρόνο, ενώ κάποια άλλα – για διαφορετικούς λόγους το καθένα – χάθηκαν και επανέρχονται για λίγο, μόνο στις μνήμες, όσων Κυπρίων έτυχε να τα χαρούν ή ν’ ακούσουν γι’ αυτά από τους πρόγονούς τους. Μεγάλο πανηγύρι που έσβησε, ήταν των Αγίων Ηλιόφωτων κοντά στο χωριό Κάτω Μονή. Βασικός λόγος διάλυσής του, η ερείπωση του εκεί ομώνυμου οικισμού. Ξακουστά πανηγύρια των οποίων η λειτουργία δε τερματίστηκε, απλά αναστάλθηκε, είναι όσα γίνονταν σε κατεχόμενες πόλεις και χωριά του νησιού. Ενδεικτικά, μα όχι επιλεκτικά, αναφέρουμε τα ακόλουθα: Αγίου Μάμα και της Ελιάς (Μόρφου), Αρχαγγέλου Μιχαήλ (Πάνω Ζώδια), Αγίου Παντελεήμονος (Μύρτου), Χρυσοσώτηρος (Ακανθού), Αγίου Αναστασίου (Περιστερωνοπηγή), Αγίου Λουκά (Αμμόχωστος), Αγίου Χαραλάμπους (Κοντέα), Αποστόλου Ανδρέα (στο ομώνυμο μοναστήρι) κ.ά. Ανασύροντας τη φωτογραφική μας μνήμη, φέρνουμε στα μάτια μας μία εικόνα του Τσεριώτη λαϊκού ποιητή Χριστοφή Τουραπή, ο οποίος συχνά τραγουδούσε ένα τετράστιχο, που συνέταξε μετά από μετάβασή του στο πανηγύρι της «Ελιάς» στην κωμόπολη Μόρφου:
«Στο παναΰριν της Ελιάς, επήρα την μιτά μου
να της ‘γοράσω πωρικά επέλλανεν τ’ αυκιά μου.
Εγόρασα της σσιάμισι, έθελεν τζιαι λοκμάες
Λαλώ της, έι πάπια μου, τζι ελείψαν οι ππαράες».
Μεγάλο πανηγύρι της Ελιάς γινόταν και στο Βαρώσι, με τη συμμετοχή πολλών «παναϋρκωτών» και την προσέλευση χιλιάδων πιστών. Με τη λέξη «παναϋρκώτης» η οποία επικράτησε στην κυπριακή τοπολαλιά, στην κυριολεξία εννοούμε τους ανθρώπους που συμμετέχουν προσωπικά και ενεργά στην εμπορική κίνηση του πανηγυριού. Η Δημοτική Αγορά Αμμοχώστου, δυο – τρεις εβδομάδες πριν την πανήγυρη της «Ελιάς», ανακοίνωνε μέσω του τύπου την ενοικίαση καλυφών προς κάθε «παναϋρκώτην» ενδιαφερόμενο, που ήθελε να στεγάσει την πραμάτειά του. *(Εφημερίδα Ανεξάρτητος, 27 Μαΐου, 1948).
Από τα μεγαλύτερα κυπριακά πανηγύρια που γίνονται μέχρι σήμερα και προσελκύουν χιλιάδες επισκέπτες, είναι αυτά της φθινοπωρινής περιόδου: Γενεθλίων της Θεοτόκου ή διαφορετικά καλούμενο της Αμματιτζιής – Ιαματικής (Αρακαπάς), Τιμίου Σταυρού (Όμοδος), Αγίας Θέκλης (Μοσφιλωτή), Αγίου Νεοφύτου (ομώνυμο μοναστήρι), Αγίου Κυπριανού (Μένοικο), Αγίου Κενδέα (ομώνυμο μοναστήρι κοντά στο χωριό Αυγόρου και Πάφος), Αγίου Γεωργίου (Λάρνακα), Εισόδια Θεοτόκου (Αγρός). * (Έκδοση Δήμου Λευκωσίας, Η ζωή στην Κύπρο τον ΙΗ και ΙΘ αιώνα, Λευκωσία 1984, σελ. 215).
Πολύ γνωστά και φημισμένα, είναι και μερικά πανηγύρια της θερινής περιόδου, όπως του Κατακλυσμού που γίνεται για τρεις συνεχόμενες μέρες στη Λάρνακα και της Χρυσοσπηλιώτισσας στην Κάτω Δευτερά. Στο πανηγύρι του Κατακλυσμού γίνονται διάφοροι διαγωνισμοί, ανάμεσα στους οποίους και των τσιαττισμάτων, με κύριους πρωταγωνιστές κοκκινοχωρίτες λαϊκούς ποιητές. Θεωρείται το μεγαλύτερο πανηγύρι σε αριθμό επισκεπτών, καλλιτεχνών και πωλητών στο νησί. Διοργανώνεται στο κεντρικό παραλιακό μέτωπο της πόλης, κατά μήκος του δρόμου των Φοινικούδων και ακουμπά μέχρι το Μεσαιωνικό Κάστρο.
Στα μεγάλα πανηγύρια παρατηρείται συνωστισμός ανθρώπων όλων των ηλικιών, που καταφτάνουν από διάφορα μέρη της Κύπρου. Πολλοί, κρατώντας τάματα στα χέρια τους κι άλλοι κουβαλώντας τον πόνο των προβλημάτων στις καρδιές τους, προσέρχονται ευλαβικά στο ναό για να τα εναποθέσουν όλα μαζί, μπροστά στην εικόνα του τιμώμενου Αγίου. Ένας μεγάλος αριθμός προσκυνητών – επισκεπτών, συνδυάζουν το προσκύνημα με προσωπική τους ψυχαγωγία, καθώς και με την προμήθεια αγαθών, που ποικίλλουν και αφθονούν στις εμποροπανηγύρεις και σ’ αρκετές περιπτώσεις, τα προμηθεύονται σε συμφέρουσες τιμές. Η προσέλευση παιδιών στα πανηγύρια είναι αθρόα. Γνωρίζοντας ότι, παππούδες και γονείς, δεν τους χαλούν σχεδόν κανένα χατίρι, κυριολεκτικά «ξαφρίζουν» τα πορτοφόλια τους, αφού τους αγοράζουν δυο και τρία παιγνίδια, πολλές λιχουδιές κι ότι περάσει απ’ το μυαλό τους.
Μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, σε αρκετά πανηγύρια γίνονταν διασκεδάσεις που συνοδεύονταν με μουσικά όργανα, κυρίως βιολιά και λαούτα, ενώ δεν έλειπαν ούτε οι χοροί. Την ίδια περίοδο, στο πανηγύρι ήταν παρών και ο φωτογράφος. Ένας φωτογράφος διαφορετικός των σημερινών και με εντελώς διαφορετική μηχανή. Μια ξύλινη, ορθογώνιου σχήματος φωτογραφική μηχανή, με μικρό ρούχινο φυσερό και κάλυμμα στο μπροστινό της μέρος, στημένη σε ξύλινο τριπόδι, αποτύπωνε στο χαρτί τα πορτρέτα των κατοίκων. Εκατοντάδες είναι οι φωτογραφίες που μας κληροδότησαν οι πλανώδιοι, ανώνυμοι φωτογράφοι, μέσα από τις οποίες εμπλουτίστηκε η ιστορική μνήμη του τόπου μας. Φωτογραφίες ατομικές, οικογενειακές, ομαδικές φίλων και φιλενάδων, οι πλείστες βγαλμένες με φόντο την είσοδο ή κάποιο τοίχο της εκκλησίας όπου γινόταν το πανηγύρι. Μαρτυρίες και κειμήλια αλλοτινής εποχής, που σήμερα μοιάζουν με εξωπραγματικό.