Στον  πυρήνα  του  παλιού  οικισμού,  κοντά  στα  καφενεία  και  τα  μικρομάγαζα  του  χωριού,  είναι  κτισμένος  ο  ναός  του  πολιούχου  αγίου  Τιμίου Προδρόμου.  Η  ακριβής  χρονολογία  κτισίματος  του  πρώτου  ναού,  που  βρισκόταν  στην  ίδια  θέση  με  το  σημερινό,  παραμένει  άγνωστη.

Διάφορα  κειμήλια  τα  οποία  φυλάσσονται  στο  ναό,  όπως  άγια  εικονίσματα,  ιερά  ευαγγέλια,  εκκλησιαστικά  σκεύη,  καθώς  κι  επιγραφές,  αλλά  και  η  προφορική  παράδοση,  μαρτυρούν  πως  οι  ρίζες  του   πρώτου  ναού  της  κοινότητας  Κόρνου,  ακουμπούν  στα  βάθη  των  αιώνων.  Μια  πολύ  σημαντική  πληροφορία,  δόθηκε  από  τον  Κορνιώτη  κ.  Κλεάνθη  Λοϊζίδη,   ο  οποίος  σήμερα  είναι  ηλικίας  93  χρόνων  κι  όπως  ο  ίδιος  μας  αφηγήθηκε,  όταν  ακόμα  ήταν  στη  νεαρή  του  ηλικία,  άκουε  από  ηλικιωμένους  συγχωριανούς  του,  πως  σε  χώρο  δίπλα  από  το  Άγιο  Βήμα  του  ναού  του  Προδρόμου,  στη  διάρκεια  χωματουργικών  εργασιών  που  σχετίζονταν  με  την  επέκταση  του  εκκλησιαστικού   οικοδομήματος,  βρέθηκαν  οστά  και  μια  πέτρινη  πλάκα,  πάνω  στην  οποία  ήταν  χαραγμένη  η  χρονολογία  1200 μ.Χ.

Από  το  γεγονός  αυτό,  συμπεραίνεται  ότι  μέρος  του  προαυλίου  της  εκκλησίας  χρησιμοποιήθηκε  ως  κοιμητήριο,  από  τα  πολύ  παλιά  χρόνια.  Είναι  γνωστό  πως,  για  πολλά  χρόνια  οι  κεκοιμημένοι  θάβονταν  σε  χώρο  κοντά  στο  ναό  κι  ακόμα  παλαιότερα  και  μέσα  στο   ναό.  Εύκολα  μπορεί  να  εξαχθεί  το  συμπέρασμα,  ότι  στον  Κόρνο  λειτούργησε  εκκλησία  των  Ορθοδόξων  από  τα  βυζαντινά  χρόνια   κι  ακόμα  νωρίτερα,  αφού  ο  οικισμός  αποτελεί  δημιούργημα  των  προχριστιανικών  χρόνων.  Στα  βουνά  γύρω  από  το  χωριό,  υπήρχαν  αποθέματα  ορυκτών,  κυρίως  χαλκού  –  πράγμα  που  μπορεί  να  πιστοποιηθεί  και  σήμερα  από  τον  χρωματισμό  του  χώματος  και  των  πετρωμάτων  της  περιοχής  –  τον  οποίο  εκμεταλλεύονταν  για  μεγάλο  χρονικό  διάστημα,  ιδιώτες  κι  αργότερα  εταιρείες.  Μάλιστα  μέχρι  τα  τέλη  της  δεκαετίας  του  1910,  στην  περιοχή  υπήρχαν  «καμίνια»  επεξεργασίας  του  χαλκού,  τον  οποίο  εκμεταλλεύονταν  οι  Άγγλοι  που  διοικούσαν  τότε  το  νησί.  Κάποιοι  κάτοικοι  του  Κόρνου,  θυμούνται   μέχρι  τις  μέρες  μας  τους  χώρους  επεξεργασίας  του  ορυκτού,   και  την  μεταφορά  του  ακατέργαστου  μεταλλεύματος  με  άμαξες,  είτε  στα λιμάνια  για  να  εξαχθεί  στο εξωτερικό,  είτε  σε  άλλα  κέντρα  επεξεργασίας,  αφού  τέτοια  λειτουργούσαν  σε  διάφορα  μέρη  της  Κύπρου.  Η  παρουσία  χαλκού  στις  λοφώδεις  εκτάσεις  του  Κόρνου,  αποτελούσε  σημαντικό  παράγοντα  για  την    κατοίκηση  ανθρώπων  σε  γειτονικές   περιοχές.

Μέσα  στο  ναό  του  Τιμίου  Προδρόμου  υπάρχουν  αρκετά  ιερά  κειμήλια  των  περασμένων  αιώνων,  αδιάψευστοι  μάρτυρες  της  ύπαρξης  παλαιότερου  ή  παλαιότερων  ναών  στην  κοινότητα   Κόρνου.  Μια    εικόνα  που  φυλάσσεται  σε  χώρο  της  εκκλησίας,  ιστορήθηκε  από  τον  αγιογράφο  Παύλο  το  1650.  Τόσο  η  ονομασία  του  αγιογράφου,  όσο  και  η  χρονολογία,  αναγράφονται  στο  κάτω  μέρος  του  εικονίσματος.  Ο  Παύλος  ήρθε  στην  Κύπρο  από  την  Ελλάδα,  ύστερα  από  πρόσκληση  του  τότε  Αρχιεπισκόπου  Κύπρου  Νικηφόρου (1641 – 1674)  και  ζωγράφισε  αρκετά  άγια  εικονίσματα  σε  διάφορους  ναούς  του  νησιού.  Εδώ  αξίζει  ν’ αναφερθεί  κάτι,  που   μας  αφηγήθηκε  ο  πρώην  κοινοτάρχης  Κόρνου  κ.  Κλεάνθης  Λοϊζίδης,  ο  οποίος   το  άκουε  από  τον  παππού  του  πριν  από  πολλά  χρόνια.  Η  ενοριακή   εκκλησία  του  Κόρνου,  άρχισε  να  οικοδομείται  από  το  1600,  αλλά  ένεκα  των  συνεχών  δυσκολιών  που  παρουσιάζονταν,  κυρίως  από  τους  Τούρκους  κατακτητές  του  νησιού,  το  έργο  καθυστερούσε,   με  αποτέλεσμα  η  ολοκλήρωση  του,  να  χρειαστεί  δυο  με  τρεις  αιώνες.  Αυτό  δεν  πρέπει  να  ξενίζει,  αφού  είναι  γνωστό  πως  στα  δύσκολα  χρόνια  της  τουρκοκρατίας  κι  ιδιαίτερα  της  Πρώιμης  και  της  Μέσης   περιόδου,   χρειαζόταν  άδεια  για  το  κτίσιμο  ναών,  η  οποία  αρχικά  δε  δινόταν,  ενώ  αργότερα  μετά  τις  θρησκευτικές  μεταρρυθμίσεις,  «Χάττι  Σερίφ  του  Γκιουλχανέ (1839)  και  Χάττι  Χουμαγιούν (1856)» που  έκανε  ο  Σουλτάνος  Αβδούλ  Μετζίτ,  παραχωρούνταν  άδειες,  αλλά  και  πάλι  μετά   από  κάποιες  δυσκολίες.

Πολύ  παλιά – δυστυχώς  χωρίς  χρονολογία –   εικονίσματα  τα  οποία  φυλάσσονται  στο  ναό  του  Τιμίου Προδρόμου είναι:  Παναγίας  Ιαματικής,  Αρχαγγέλου  Μιχαήλ, Τιμίου Προδρόμου και Παντοκράτορος.   Σε  μια  ξύλινη  ποδιά  παλιού  εικονοστασίου  του  ναού  του  Τιμίου  Προδρόμου  –  που  ευτυχώς  φυλάσσεται  σε  χώρο  του  γυναικωνίτη  –  μια  επιγραφή,  αναφέρει  πως  το  εικονοστάσι, καθώς  και  οι  προσκυνηματικές  εικόνες  που  το  κοσμούσαν,  αποτελούσαν  έργα  των  ξακουστών  αγιογράφων  μοναχών  της  Ιεράς  Μονής  Αγίου  Ηρακλειδίου,   Λεόντιου  και  Φιλάρετου,  οι  οποίοι  έζησαν  στη  Μονή  κατά  τον  16ο  αιώνα.  Η  επιγραφή  έχει  ως  εξής:

ΕΝ   ΧΙΛΙΟΣΤΩ   ΕΠΤΑΚΟΣΙΟΣΤΩ   ΤΩ   ΕΤΕΙ

ΣΥΝΕΞΗΚΟΣΤΩ   ΑΡΞΑΜΕΝΟΥ  ΤΟΥ  ΕΚΤΟΥ

ΤΕΤΡΑΡΧΟΥΝΤΟΣ   ΚΥΡΙΟΥ   ΠΑΪΣΙΟΥ

ΟΥ   ΤΗ   ΠΡΟΤΡΟΠΗ   ΔΑΠΑΝΗ   Τ’   ΕΝΓΧΩΡΙΩΝ

ΕΝ   ΤΗ   ΕΠΙΤΡΟΠΗ   ΤΗΣ    ΝΥΝ   ΙΔΕ   ΛΟΓΙΖΟΥ

ΑΝΙΣΤΟΡΗΝΤΑΙ   ΤΑΔΕ   ΒΥΘΛΑ   ΚΟΣΜΙΩΣ

ΑΜΑ   ΕΟΡΤΑΣ   ΜΥΣΤΩΝ   ΤΑΞΙ   ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΩΝ

ΤΗΣ   ΣΤΑΥΡΩΣΕΩΣ   ΑΠΑΝΤΩΝ   ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΗΣ

ΤΟΥ   ΤΕΜΠΛΟΥΣ   ΤΕΩΣ   ΕΓΧΡΥΣΩΣ    ΚΟΣΜΗΘΕΝΤΟΣ

ΠΑΡ   ΗΜΩΝ   ΟΙΚΤΡΩΝ   ΛΕΟΝΤΙΟΥ   ΚΑΙ   ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ

ΤΑΞΕΙ   ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ   ΤΗΔΕ   ΤΕΧΝΗ   ΖΩΓΡΑΦΩΝ

Στο  πάνω  μέρος  της  ποδιάς,  ιστορήθηκε  η  κεφαλή  του  Τιμίου  Προδρόμου,  μέσα  σε  πιάτο.

Ο  σημερινός  μονόκλιτος,  καμαροσκέπαστος  με  σταυροθόλια   ναός  του  Προδρόμου,  οικοδομήθηκε  κατά  τον  19ο   αιώνα,  αφού  τα  εγκαίνεια  του  –  όπως  αναφέρεται  σε  επιγραφή  που  βρίσκεται  στη  μέση  του  βόρειου  εσωτερικού  τοίχου,  μεταξύ  της  κύριας  εισόδου  και  του  ανατολικού  παράθυρου –   έγιναν  στις  αρχές  του  1900.  Το  κείμενο  της  επιγραφής  έχει  ως  εξής:

ΕΝΕΚΑΙΝΙΣΘΗ   Ο   ΝΑΟΣ    ΟΥΤΟΣ

ΔΙΑ   ΚΥΡΗΝΕΙΑΣ   ΚΥΡΙΛΛΟΥ   Β΄

ΔΑΠΑΝΑΙΣ   ΣΤΥΛΙΑΝΗΣ   Χ΄΄ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

ΤΗ   6Η    ΜΑΪΟΥ    1901

 Ο  ναός  έχει  δυο  εισόδους,  μια  στη  βόρεια  και  μια  στη  νότια  πλευρά,  και  δυο  παράθυρα  στη  βόρεια  και  ισάριθμα  στη  νότια.  Το  δάπεδο  είναι  καλυμμένο  με  μικρά  τετραγωνικά  μαρμαράκια,  κίτρινου  και  μαύρου  χρώματος.

Το  εικονοστάσι  είναι  ξυλόγλυπτο  κι   εγχάρακτη  επιγραφή,  πάνω  σε  αυτό,  αναφέρει  τα  ακόλουθα:  «Επί  καιρόν  Σωφρονίου  Αρχιεπισκόπου.  Χειρ  Ευτυχίου  Κ.  Σοφόκλη  1882».  Οι  εικόνες  του  εικονοστασίου  αποτελούν  έργα,  του  μακαριστού  ηγούμενου  της  ιεράς  Μονής  Σταυροβουνίου   Διονύσιου  Χρηστίδη  (1889 – 1902).  Οι  μικρές  εικόνες  που  κοσμούν  το  άνω  μέρος  του  εικονοστασίου,  περιλαμβάνουν  το  «Δωδεκαόρτιον»  και  τους  Ευαγγελιστές.  Η  μεγάλη  εικόνα  του  πολιούχου  αγίου  Τιμίου  Προδρόμου,  είναι  τοποθετημένη  σε  προσκυνητάρι,  στη  νοτιοανατολική  γωνιά  του  ναού,  ακριβώς  δίπλα  από  το  εικονοστάσι.  Είναι  πολύ  παλιά  εικόνα  και  μια  επιγραφή  που  είναι  γραμμένη  στο  κάτω  μέρος  της  αναφέρει:  «Μνήσθητι   κύριε  του  δούλου  σου  Ιωάννου  ιερέως  και  των  τέκνων  αυτού  1737».  Το  φωτοστέφανο  γύρω  από  το  κεφάλι  του  Τιμίου  Προδρόμου  είναι  αργυρεπίχρυσο  και  μια  δεύτερη  επιγραφή,  φανερώνει  τον  δωρητή  της  αργυρεπίχρωσης  που  ήταν  κι  αυτός  ιερέας.  Αναγράφεται  στο  φωτοστέφανο:  «Μνήσθητι  άγιε    του  δούλου  του  Θεού  Κυριάκου  ιερέως  προσκυνητού  από  χωρίον  Κόρνο».  Το  αργυρεπίχρυσο  επικάλυμμα  του  δεξιού  χεριού  του  Προδρόμου,  αποτελεί  δωρεάν  της  μακαριστής  Ευφροσύνης  Χριστοδούλου,  το  έτος   1945.

 Η   Αγία  Τράπεζα  είναι  κατασκευασμένη  από  πέτρα,  και  φέρει  μερικά  ωραία  σκαλίσματα,  κυρίως  στο  ύψος  των  κολόνων  που  βαστάζουν  το  Άγιο  Κουβούκλιο.   Στην  ανατολική  πλευρά  του  Κουβουκλίου  μια  επιγραφή  αναφέρει:

ΚΑΤΑ   ΤΟΝ   ΧΗΛΙΟΣΤΟΝ  ΟΚΤΑΚΟΣΙΟΣΤΟΝ

ΕΞΗΚΟΣΤΟΝ   ΕΚΤΟΝ   ΕΤΟΥΣ   ΕΠΙ   ΣΟΦΡΟΝΗΟΥ

ΤΟΥ   ΕΠΙΤΡΟΠΕΥΟΝΤΟΣ  ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

(η   ορθογραφία  τηρείται)

Από  την  επιγραφή  αυτή  συμπεραίνεται  πως  ο  ναός  του Τιμίου  Προδρόμου,  άρχισε  ν’ ανοικοδομείται  από  τα  μέσα  του  19ου αιώνα,  ή  και  προηγουμένως.

Εντυπωσιακός  είναι  και  ο  ξυλόγλυπτος  Δεσποτικός  Θρόνος  του  ναού,  πάνω  στον   οποίο  αναγράφεται  η  ακόλουθη  επιγραφή,  της  οποίας  τηρείται  η  διάταξη,  όπως  ακριβώς  είναι καταγραμμένη  στο  Θρόνο:

ΕΠΙ  ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

ΚΥΡΙΛΛΟΥ  ΤΟΥ   Β΄   1911

ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑΣ   ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΥ

ΧΡΙΣΤΟΦΗ  Χ΄΄ ΠΑΥΛΗ

ΕΥΑΓΓΕΛΗΣ   Χ΄΄ ΠΑΝΑΓΗ,   ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ,   ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ   ΑΝΤΩΝΗ

ΝΙΚΟΛΑΣ   ΜΙΧΑΗΛ

ΕΡΓΟΝ   ΑΛΑΞΑΝΔΡΟΥ  Κ.  ΤΑΛΙΑΔΩΡΟΥ   ΕΞ

ΟΜΟΡΦΙΤΑΣ

Στο  δυτικό  μέρος  του  ναού  υπήρχε  εσωνάρθηκας,  ο  οποίος   καταργήθηκε  στις  αρχές  της  δεκαετίας  του  1980,  μέσα  στα  πλάισια  αναπαλαίωσης  κι  ο  χώρος  του  ενσωματώθηκε  στο  ναό.  Μια  εσωτερική   τσιμεντένια  σκάλα,  καλυμμένη  με  μάρμαρο,  οδηγεί  στον  ευρύχωρο   γυναικωνίτη,  που  αναπαλαιώθηκε   την  ίδια  περίοδο.

Στο  ιερό  του  Τιμίου  Προδρόμου  φυλάσσονται  δυο  παλιά  Ευαγγέλια,  το  ένα  του  1776  και  το  δεύτερο  του  1811,  τα  οποία  τυπώθηκαν  στην  Ενετία.  Στον  ίδιο  ιερό  χώρο,  φυλάσσεται  κι  ένα  ξύλινο  Αρτοφόριον,  που  φέρει  τις  ακόλουθες  δυο      επιγραφές:

«Γέγονεν  το  παρόν  αρτοφόριον  εμού  του  ευτελούς  Σωφρονίου  ιερομονάχου  του  εκ  κόμης  Εργατόν,  δια  την  εκκλησίαν  του  μεγαλομάρτυρος  Γεωργίου  εις χορίον  Μαζωτόν,  1877  Ιουνίου  23».

«Μνήσθητι  ω  αδελφοί  ιερείς  εν  τη  θεία  προσκομιδή  του  εμού  ονόματος  Σωφρονίου  ιερομονάχου  (ακολουθεί  λέξη  δυσανάγνωστη)  και  έξητε  τον  μισθόν  παρά  Θεού  εν  ημέρα  της  κρίσεως».  (Η  ορθογραφία  διατηρείται).

Από  την  επιγραφή  φαίνεται  πως  το  Αρτοφόριο  κατασκευάστηκε  για  την  εκκλησία  του  Αγίου  Γεωργίου  στο  χωριό  Μαζωτός.  Υπάρχει  η  πιθανότητα  ο  κατασκευαστής  του,  ιερομόναχος  Σωφρόνιος,  να  το  πρόσφερε  ή  να  το  πούλησε   στο  ναό    της  κοινότητας   Κόρνου,  που  κτιζόταν   κατά  περιόδους  τον  19ο  αιώνα  και  δε  θέλησε  ή  παραμέλησε  να  διορθώσει  την  επιγραφή.  Μια  δεύτερη  πιθανότητα  είναι  το  Αρτοφόριο  να  δωρήθηκε  από  την  Επιτροπή  του  ναού  του  Μαζωτού,  στο  νεόκτιστο  τότε  ιερό  ναό  του  Τιμίου  Προδρόμου,  ή  η  δωρεά  να  έγινε  με  συμβουλή  του  οικείου  Μητροπολίτη.

Στην  εκκλησία  του  Κόρνου  φυλάσσεται  μέσα  σε  Σταυρό  Αγιασμού,  μικρό   τεμάχιο  Τιμίου  Ξύλου,  καθώς  και  οστά  πολλών  αγίων.  Όπως  είναι  γνωστό  οι  χριστιανοί  τρέφουν  ιδιαίτερο  σεβασμό  στα  ιερά  οστά  των  αγίων,  τα  οποία  τιμούν ευλαβικά  και  φυλάσσουν  σε  ειδικούς  χώρους.  Πολλές  φορές  και  κυρίως  σε  δύσκολες  στιγμές,  πονεμένοι  χριστιανοί  καταφεύγουν  στα  ιερά  λείψανα  των  αγίων,  για  να  δεχθούν  τη  θαυματουργική  χάρη  τους.  Τα  ιερά  λείψανα  των  αγίων,   ομολογητών  και  οσίων  της  Ορθοδόξου  Εκκλησίας,  ο  Άγιος  Ιωάννης  Χρυσόστομος  χαρακτηρίζει «μέγιστα  του  Θεού  δώρα  και  αγαθών  θησαυρούς»  καθώς  και  «πηγάς  ναμάτων  πνευματικών  και  θησαυρούς  περιουσίας  αναλλοίωτους».

Αρκετά  από  τα  οστά  που   βρίσκονται  στην  εκκλησία  του  Τιμίου  Προδρόμου  Κόρνου,  φυλάσσονται  σε  ειδικά  κατασκευασμένες,  αργυροκοσμημένες  λειψανοθήκες  και  άλλα  σε  ξυλόγλυπτες.

 Κατάλογος   Τιμίων   Λειψάνων  ιερού  ναού  Τιμίου  Προδρόμου  Κόρνου 

 

  1. Αββακούμ  οσίου  του  Κυπρίου
  2. Άννας
  3. Αρσενίου  του  Καππαδόκη
  4. Βαρνάβα  του  ιδρυτού   της  Εκκλησίας  της  Κύπρου
  5. Βαρνάβα  οσίου  του  εν  Βάση  Κοιλανίου  Κύπρου
  6. Γεωργίου  Μεγαλομάρτυρος  του  Τροπαιοφόρου
  7. Ειρηναίου  Επισκόπου  Λουγδούνου
  8. Ελευθερίου  ιερομάρτυρος
  9. Ευμενίου  οσίου  της  Ιεράς  Μονής  Κουδουμά  Κρήτης
  10. Ευσταθίου οσίου  του  εν  Κυβίδες  της  Κύπρου
  11. Ηλιοφώτων οσίων
  12. Θέκλης Πρωτομάρτυρος
  13. Θεοδοσίου του  εν  Ιεροσωλύμοις
  14. Ιωάννου του  Προδρόμου  και  Βαπτιστού
  15. Μαρίνης Παρθενομάρτυρος
  16. Μερκουρίου Μεγαλομάρτυρος
  17. Μηνά Στρατηλάτου  και  Μεγαλομάρτυρος  του  Αιγυπτίου
  18. Νηπίων της  Βηθλεέμ  των  υπό  του  Ηρώδου  σφαγιασθέντων
  19. Παντελεήμονος του  ιαματικού
  20. Παρασκευής Μεγαλομάρτυρος
  21. Φιλίππου Αποστόλου
  22. Φιλουμένου ιερομάρτυρος  του  νέου

Εντυπωσιακό  είναι  το  πετρόκτιστο,  καλλιτεχνικά  κτισμένο  καμπαναριό  της  εκκλησίας.  Παλαιότερα,   μέχρι  και  τα  τέλη  της  δεκαετίας  του  1920,  αποτελείτο  από  ακόμα  δυο  στάσεις,  ψηλότερα  της  οροφής,  οι  οποίες  όμως  υπέστησαν  σοβαρές   ρωγμές  από  πτώση  κεραυνού  και  κατ’  άλλους  Κορνιώτες,  από  σεισμική  δόνηση.  Έτσι  αποφασίστηκε  η  επιδιόρθωση  του  καμπαναριού,  που  έγινε  το  1930   από  τον  μακαριστό  τεχνίτη,  «μάστρε – Ξενοφών»  από  τον  Ψευδά.  Τότε  οι  δυο  στάσεις  αφαιρέθηκαν,  με  αποτέλεσμα  το  καμπαναριό  να  γίνει  φτωχότερο.  Εκείνη  την  περίοδο  τοποθετήθηκαν   και  τα  κεραμίδια  στη  στέγη  του  ναού.

 Ανάμεσα  στους  ιερείς  που  υπηρέτησαν  στο  ναό  του  Τιμίου  Προδρόμου,  αναφέρονται  οι  ακόλουθοι:

Παπα – Χριστόδουλος  (Χατζήπαπας)  Γεωργίου  (1850 – 1940)

Παπα – Παναγιώτης  Λοΐζου  (1870 – 1942)

Παπα – Γεώργιος  Χατζηπαπαχριστοδούλου (1896 – 1980).

Κάτι  αξιοσημείωτο  που  μας  ανέφερε  ο  κ.  Κλεάνθης  Λοϊζίδης,  σχετικά  με  τον  μακαριστό  ιερέα  Παπα – Χριστόδουλο,  είναι  και  το  ακόλουθο  περιστατικό:  Κάποτε   ο  Παπα – Χριστόδουλος  διετέλεσε  ενοικιαστής  του  μετοχιού  της  Αγίας  Βαρβάρας.  Σε  κάποια  περίοδο,  αισθάνθηκε  πως  ο  Τίμιος  Σταυρός  που  φυλάσσεται  στην  εκκλησία  της  ιεράς  Μονής,  κινδύνευε  να  κλαπεί.  Έτσι  ο  ιερέας  πήρε  το  ιερό  κειμήλιο  και  το  μετέφερε  στο  σπίτι  του,   πιστεύοντας  πως  έτσι,  ο  Σταυρός  θα  είχε  καλύτερη  προστασία.  Ένα  βράδυ  άκουε  συνέχεια  θόρυβο  στη  στέγη  του  σπιτιού  του  κι  ανέβηκε  σ’ αυτή  να  δει  τι  συμβαίνει.  Παρά  την  προσεκτική  εξέταση  που έκανε,  δεν  αντιλήφθηκε   την    προέλευση  του  θορύβου.  Φοβισμένος  από  το  περιστατικό  ο  Παπα  –  Χριστόδουλος,  επέστρεψε   τον  Σταυρό  στη  θέση  του.

 Θαύματα  του  Τιμίου  Προδρόμου

Όπως  όλοι  οι  άγιοι  της  Εκκλησίας  μας,  επιτέλεσαν  κι  επιτελούν  διάφορα  θαύματα,  έτσι  κι  ο  τοπικός  άγιος  της  κοινότητας  Κόρνου,  Τίμιος  Πρόδρομος,  επιτέλεσε  κάποια  θαύματα,  για  να  προστατέψει  τους  κατοίκους,  άλλους  να  θεραπεύσει  κι   άλλους  να  διορθώσει  και  να  προβληματίσει.  Σχετικά  με   τους  τελευταίους,  καταγράψαμε  τρία  συνολικά θαύματα,  όπως  μας  τα  διηγήθηκε  η  κ.  Ανδριανή  Χαραλάμπους  από  τον  Κόρνο,  ηλικίας  70  χρόνων.

Κάποτε  στον  Κόρνο  ζούσε  ένας  ηλικιωμένος,  που  ονομαζόταν  Λούκας.  Ο  άνθρωπος  αυτός  συνήθιζε  να  καταναλώνει  οινοπνευματώδη  ποτά,  τα  οποία  συχνά  του  προκαλούσαν  μέθη.  Γι’  αυτό  το  λόγο  καυγάδιζε  με  τη  γυναίκα  του,  η  οποία  τον  συμβούλευε  να  σταματήσει  το  ποτό.  Το  σπίτι  της  οικογένειας  του  Λούκα,  βρισκόταν  κοντά  στην  εκκλησία  του  χωριού.

Ένα  βράδυ  την  ώρα  που  ο  γερο – Λούκας  επέστρεφε  από  το  καφενείο,  για  το  σπίτι  του,  «μεσοστρατίς»  συνάντησε  ένα  ψηλό  άντρα,  ξυπόλητο,  μαύρου  χρώματος,  που  κρατούσε  στα  χέρια  του  ένα  δοχείο  λαδιού  και  συγκεκριμένα  «μια  λίτρα».  Μόλις  τον  είδε  ο  Λούκας,  μεθυσμένος  όπως  ήταν,  του  είπε:

–  Πού  πας  ρε  «σσιλλόμαυρε»  τέθκοιαν  ώραν;

Ο  μαύρος  του  απάντησε:

–  Θα  πάω  στου  Μιχαήλη  του  Επίτροπου.  Χρωστεί  μου  λάδιν  τζιαι  θα  μου  το  δώσει.

Ο  γερο  –  Λούκας  φοβήθηκε  από  τα  όσα   είδε  μέσα  στο  δρόμο  κι  έτρεξε  να  πάει  στο  σπίτι  του.  Σαν  μπήκε  μέσα,  τρομοκρατημένος  καθώς  ήταν,  μαντάλωσε  και  «ρομάνισε».  Η  γυναίκα  του  διερωτήθηκε  από  τη  συμπεριφορά  του  και  τον  ρώτησε  τι  συμβαίνει.  Ο  Λούκας  της  είπε  πως  τον  κατατρέχει  ένας  μαύρος – που  δεν  ήταν  άλλος   από  τον  Τίμιο  Πρόδρομο – και  για  να  γλυτώσει  από  τα  χέρια  του,  έπρεπε  να  κλείσει  και  να  ασφαλίσει  όλες  τις  πόρτες.  Η  συνέχεια  όμως  ήταν  πραγματικά  απρόσμενη.  Οι  πόρτες  του  σπιτιού  του  Λούκα,  παρά  το  μαντάλωμα  και  το  ρομάνισμα  που  τους  έκανε  ο  ίδιος,  βρέθηκαν  ξάνοιχτες.  Ακολούθησε  αναστάτωμα  μέσα  στο  σπίτι  κι  όταν  η  γριά  ρώτησε  τον  άντρα  της:

–  Τι  συμβαίνει  επιτέλους  θα  μου  εξηγήσεις;

Ο  Λούκας  τότε,  της  απάντησε:

–  Απόψε  ύβρισα  τον  Πρόδρομο,  γι’  αυτό  συμβαίνουν  αυτά  τα  παράξενα.

Το  γεγονός  διηγούνταν  στον  Κόρνο,  τόσο  ο  Λούκας,  όσο  κι  η  γυναίκα  του  κι  έτσι  έμεινε  ζωντανό  στη  μνήμη  πολλών  κατοίκων,  οι  οποίοι  το  αναφέρουν  με  κάθε  ευκαιρεία,  θέλοντας  με  αυτό  τον  τρόπο  να  φανερώσουν  τη  δύναμη  του   προστάτη  αγίου  της  κοινότητας  τους.

Δεύτερο  θαύμα

Στην  ανατολική  πλευρά  του  Κόρνου,  υπάρχει   ένα  βουνό,  που  ονομάζεται  «Λεπροί».  Οι  κάτοικοι  του  χωριού  αναφέρουν  πως  η  ονομασία  του  προήλθε  από  ένα  θαύμα  του  Τιμίου  Προδρόμου,  το  οποίο   έγινε    στα  χρόνια  που  η  Κύπρος   μαστιζόταν  από  την  επάρατη  ασθένεια  λέπρα.

Όπως  σε  πολλά  χωριά  του  νησιού  κτύπησε  αλύπητα  η  ανίατη,  τότε,   λέπρα,  έτσι  εμφανίστηκε  και  στον  Κόρνο,  με  πρώτο  αλλά  και  μοναδικό  θύμα  ένα  παιδί.  Μόλις  έγινε  αντιληπτή  η  ασθένεια,  ο  Τίμιος  Πρόδρομος,  συνοδευόμενος  από  την Αγία  Βαρβάρα  και  τον  Τίμιο  Σταυρό  –  η  Αγία  Βαρβάρα  βρίσκεται  στους  πρόποδες  του  Σταυροβουνιού   κι  αποτελεί  μετόχι  της  ιεράς  του  Μονής  κι  όπως  είναι  γνωστό   συνορεύει  με  την  κοινότητα  Κόρνου –  κυνήγησαν  την  λέπρα,  που  ηταν  μεταμορφωμένη  σε  γριά.  Την  πρόφτασαν  πάνω  σε  γειτονικό βουνό  κι  εκεί  άρχισαν  να  την  κτυπούν,  μέχρι  που  την  ανάγκασαν  να  εγκαταλείψει  την  περιοχή  και  να  μην  ξαναπαρουσιαστεί.  Οι  κάτοικοι  γλύτωσαν  από  το  μεγάλο   θανατικό  που  θα  επακολουθούσε  και  για  να   θυμούνται  παντοτινά  το  θαύμα  που  τους  χάρισε  τη  ζωή,  ονόμασαν  το  βουνό,  πάνω  στο  οποίο  κτυπήθηκε  η  ασθένεια,  «Λεπροί».

 Τρίτο   θαύμα

 Ένα  τελευταίο  πρόσφατο  θαύμα,  που   συνέβηκε  γύρω  στο  1990,  είναι   το  ακόλουθο:

Ένας  κάτοικος  Κόρνου,  ο  Χαράλαμπος  Γεωργίου  Τζιλικάς,  υπέφερε  με  τα  πόδια  του,  σε  βαθμό  που  δεν  μπορούσε  να  περπατήσει.  Μια  μέρα  ενώ  καθόταν  στη  βεράντα  του  σπιτιού  του,  άκουσε  τον  κτύπο  της  καμπάνας  του  Τιμίου  Προδρόμου,  που  καλούσε  τους  πιστούς  να  εκκλησιαστούν.  Ήθελε  κι  ο  ίδιος  να  μεταβεί  στην  εκκλησία,  αλλά  δεν  μπορούσε  από  το  πρόβλημα  του  και  λυπόταν  πολύ  γι’  αυτό.  Έτσι  καθισμένος   που  ήταν,  ένιωσε  πάνω  του  ένα  σπρώξιμο  κι  άκουσε  μια  φωνή  που  του  έλεγε   να  πάει  στο  ναό.

Ο  Χαράλαμπος  απάντησε  πως  δεν  μπορούσε  να  κάνει  κάτι  τέτοιο,  αφού  είχει  σοβαρό   πρόβλημα  με  τα  πόδια  του.

Η  φωνή  όμως  επέμενε,  μέχρι  που  ο  άνθρωπος  πείσθηκε  και  σηκώθηκε  από  το  κάθισμα  του.  Δοκίμασε  να  περπατήσει  κι  όχι  μόνο  μπορούσε,  αλλά  πήγε  στην  εκκλησία  του  Τιμίου  Προδρόμου  τρεχτός.  Όσοι  συγχωριανοί  του  ήταν  εκεί  και  είδαν  με  τα  μάτια  τους   τι  έγινε,   είπαν  πως  δεν  υπάρχει  αμφιβολία,   πως  επρόκειτο  για  θαύμα  του   πολιούχου  αγίου  της  κοινότητας  Κόρνου.