Κύπριοι μοναχοί στό Ἅγιον Ὄρος

 Ἀπό τά πρωτοχριστιανικά χρόνια, ἀρκετοί εὐσεβεῖς χριστιανοί ἐπέλεξαν ν΄ ἀφοσιωθοῦν ἀποκλειστικά, στήν λατρεία τοῦ Ἑνός καί Ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ν΄ ἀγωνισθοῦν ὥστε νά πετύχουν τό ΄΄κατ΄ εἰκόνα καί καθ΄ ὁμοίωσίν ΄΄ καί νά φτάσουν στήν θέωση, δηλαδή τήν ἀναγέννηση, τόν ἁγιασμό τους, μέσα στήν θεϊκή χάρη. ΄΄Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὡς ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τέλειός ἐστιν ΄΄. (Ματθ. 5, 48). Ὅμως, γιά νά τύχει αἴσιας εὐόδωσης ὁ ὑψηλός σκοπός τῆς ἀφοσίωσής τους, προϋποθέτει συνεχεῖς πνευματικούς ἀγῶνες, μέ κυριότερο τήν καλλιέργεια τῆς νοερᾶς ἐργασίας καί τήν ἀδιαφορία γιά κάθε κοσμική μέριμνα.

Ἀπό τήν ἀρχή, οἱ θεμελιωτές καί στυλοβάτες τοῦ μοναχισμοῦ, οἱ δεύτεροι κατά κανόνα μαθηταί τοῦ Χριστοῦ, ἐπενόησαν τήν ἡσυχίαν.  Ἀκολουθώντας τήν ρήση τοῦ Ἰησοῦ, ΄΄ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτῶ, ἀράτω τόν Σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοί,΄΄ ἄφησαν τά σπίτια καί τίς ἐργασίες τους καί πορεύτηκαν στίς ἐρήμους. Στίς ἐρήμους, ἀφοῦ ἡ ἐξάπλωση τοῦ χριστιανισμοῦ, ΄΄ἐν πρώτοις,΄΄ ἄρχισε στά μέρη γύρω ἀπό τήν Ἅγια Γῆ, ὅπου ἡ ἔρημος καί οἱ ἡσυχαστικοί χῶροι ἀφθονοῦν. Στήν ἔρημο ὅπου ἀκούστηκε τό πρῶτο κάλεσμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου καί Βαπτιστῆ Ἰωάννου, γιά μετάνοια, ἐξομολόγηση καί βάπτισμα. ΄΄Ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τάς τρίβους αὐτοῦ.΄΄ Σέ αὐτά τά μέρη ἔφτιαξαν πρόχειρα καταλύματα, μέ ὑλικά πού εἶχαν στήν διάθεσή τους, ὅπως πέτρες, ξύλα, κλαδιά, πηλό ἤ κατοίκησαν σέ σπηλιές ὅπου συνάντησαν τέτοιες. Ἔζησαν ΄΄κατά μόνας΄΄ ἤ καί ΄΄μετά πολλῶν.΄΄ Κατά μόνας ὅταν ἦταν δυνατό καί μετά πολλῶν, ὅταν κρινόταν ἀναγκαῖο. Ἡ πνευματική φήμη ἑνός ἐρημίτη τραβοῦσε κοντά του ὁμάδες ἐραστῶν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ πού ἐπεδίωκαν νά ὠφεληθοῦν ἀπό τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες καί τόν μεστωμένο λόγο του. Ἡ ἄγονη καί ἄκαρπη ἔρημος ἀνέθρεψε κορυφαίους Γεροντάδες, τῶν ὁποίων οἱ πνευματικοί ὁδοδεῖκτες – φωτοδεῖκτες, καθοδηγοῦν ὡς τίς μέρες μας τούς ἀκολουθοῦντες τήν ἐπίπονη καί τεθλιμμένη πορεία, τήν ἄγουσα στόν ποθούμενο Νυμφώνα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Οἱ Ἅγιοι Ἀντώνιος, Εὐθύμιος, Μακάριος, Παχώμιος καί δεκάδες ἄλλοι πνευματοφόροι ἀθλητές, ἀποτελοῦν καρπούς τῶν ἐρήμων τῆς Θηβαΐδος, τοῦ Σινᾶ, τοῦ Ἰορδάνη.

Παρόλες τίς διώξεις, τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα, μά προπαντός τίς καλοστημένες παγίδες τοῦ καραδοκοῦντος καί μή ἐφησυχάζοντος μισόκαλου καί καλογερομάχου δαίμονος, πού μέ κάθε τρόπο, ἐμποδίζει τήν ΄΄ὡς ἐν οὐρανῶ βασιλείαν Του, νά ἔλθει καί ἐπί τῆς γῆς,΄΄ ὁ μοναχισμός παρουσιάζει μία συνεχόμενη πορεία. Μία πορεία πού ἐπεκτάθηκε καί συνεχίζει νά ἐπεκτείνεται ἀκόμα περισσότερο, σέ ὅλα τά μέρη πού διαδόθηκε καί ἑδραιώθηκε ἡ θρησκεία τοῦ Θεανθρώπου. Στήν Αἴγυπτο, τήν Παλαιστίνη, τήν Μικρά Ἀσία, τήν Ἑλλάδα, τήν Κύπρο. Τό ἴδιο στήν Ρωσία, τήν Σερβία, τήν Ρουμανία, στήν ἄλλη πλευρά τῆς εὐρωπαϊκῆς ἠπείρου, στήν Γαλλία, τήν Ἀγγλία καί πρόσφατα, ἐκεῖ, πού κανένας σχεδόν δέν τό περίμενε, τήν ὑπερατλαντική Ἀμερική. ΄΄Ἐν παντί καιρῶ καί τόπω,΄΄ ὁ Λόγος τοῦ Κυρίου ἀντηχεῖ καί τήν πρέπουσα ὥρα ἀπηχεῖ. ΄΄Πορεύεσθε οὔν καί μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη τῆς γῆς.΄΄ Οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου θά διδάσκουν ἀνά τούς αἰώνας καί εὐλογημένες οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού θά εἶναι ἕτοιμες νά ἐπικαθήσει ἐπάνω τους ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ΄΄ἵνα ποιήσει καρπόν ἑκατονταπλασίονα ΄΄.

Κορωνίδα τοῦ γνήσιου Ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ, εἶναι τό Ἅγιον Ὄρος, τό ἐπονομαζόμενον καί Περιβόλι τῆς Παναγίας. Στά καθαγιασμένα του χώματα, ἔζησαν καί ἀσκήθηκαν χιλιάδες Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πολλοί τῶν ὁποίων ἀνακηρύχθηκαν Ἅγιοι ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἄλλοι ἀξιώθηκαν τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄλλοι ἔφτασαν σέ ὑψηλούς πνευματικούς ἀναβαθμούς καί ὅλοι ἔζησαν μέ ἀγάπη καί ταπείνωση, τηρώντας τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ. Τό κεκοσμημένον ἀπό ΄΄Τόν κοσμήτορα τῶν ὄλων΄΄, μέ πληθώρα φυσικῶν, τεχνητῶν καί ζωντανῶν κοσμημάτων Ἅγιον Ὄρος, ὡς μέρος ἐγκαταβίωσης, ἀποτελεῖ ἐπιθυμία καί προτίμηση ΄΄οὐκ ὀλίγων΄΄ ἐραστῶν τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Στίς Μονές, τίς Σκῆτες, τά Κελιά, τά Ἡσυχαστήρια καί ἄλλους χώρους, μονάζουν Ὀρθόδοξοι χριστιανοί – στό Ὄρος ζοῦνε μόνο Ὀρθόδοξοι – ἀπό διάφορα μέρη τῆς ὑφηλίου. Ἕνας τέτοιος χῶρος, κατά πάντα ἰδανικός γιά πνευματικούς ἀγῶνες, ὁ ὁποῖος ἀνέδειξε ἀνεπανάληπτες πνευματικές μορφές, εὑρισκόμενος, σχεδόν, στόν ἴδιο γεωγραφικό χῶρο μέ τήν Κύπρο καί ὄχι μακριά ἀπό αὐτήν, ἦταν ἀδιανόητο νά ξέφευγε τῆς προσοχῆς καί τοῦ ἐνδιαφέροντος Κυπρίων, πού ἐπιθυμοῦσαν νά ἀγωνιστοῦν σέ μιά γνήσια πνευματική παλαίστρα, ὅπως δέν τούς ξέφυγαν καί οἱ ἀσκητικοί χῶροι πού βρίσκονται σκορπισμένοι στήν Ἅγια Γῆ. Διεσπάρησαν σέ καθαγιασμένα μέρη γιά νά λατρέψουν τόn Θεόn, ὅπως ἀκριβῶς διεσπάρησαν καί οἱ προπάτορές τους, καθώς σημειώνει ὁ ἱερός συγγραφέας τῶν Πράξεων εὐαγγελιστής Λουκᾶς: ΄΄οἱ διασπαρέντες γιά τή διάδοση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἄνδρες Κύπριοι καί Κυρηναῖοι ΄΄. (Πράξεις 11, 20).

Οἱ σχέσεις Ἁγίου Ὄρους καί Κύπρου, φαίνεται πώς χρονολογοῦνται ἀπό τόν καιρό τῆς παρουσίας τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ στήν γῆ. Σύμφωνα μέ ἁγιορείτικη παράδοση, ἡ ὁποία πιθανόν νά δέχθηκε καί ρωσική ἐπίδραση, (βλέπε, Γεράσιμου Σμυρνάκη, Τό Ἅγιον Ὄρος, Ἀθῆναι, 1903, σελ. 14.), ἡ Παναγία ἐρχόμενη μέ πλοιάριο στήν Κύπρο γιά νά συναντήσει τόν φίλο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Λάζαρο τόν τετραήμερο, ὕστερα ἀπό θαλασσοταραχή, τό καράβι πού μετέφερε τήν Θεομήτορα μαζί μέ τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ὁδηγήθηκε στόν Ἄθωνα. Τά γεγονότα τοῦ ταξιδιοῦ τῆς Μητέρας τοῦ Κόσμου, εἶναι καταγραμμένα σέ χειρόγραφο κείμενο τοῦ 18ου αἰώνα, πού φέρει τόν τίτλο, ΄΄Ἀνάμνησις μερική περί τοῦ ἄθω ὄρους τά λεγόμενα πάτρια καί ἀπόδειξις ὅτι πῶς ἦλθεν ἡ θεοτόκος ἐν τή νύσω Κύπρω εἰς χώραν λάρναξ. ΄΄ (Ἡ ὀρθογραφία διατηρεῖται). Σέ ἀποσπάσματα τοῦ κειμένου ἀναφέρονται τά ἀκόλουθα:

΄΄….ἡ δέ λαβοῦσα τόν ἰωάννην τόν θεολόγον καί εὐαγγελιστήν καί δόρα ἐποίησαι διά τόν λάζαρον, ὁμοφόριον καί ἐπιμανίκια, καί στάντες εἰς πλοῖον ἔπλεον ἐν τῆ Κύπρω, ἀνέμου διαπλεύσαντος μεγάλου, ἀπήγαγε τό πλοῖον εἰς τό τοῦ ἄθωνος ὄρος, εἰς τόν λυμένα τοῦ κλήμεντος λεγόμενον…….καί εἶπε, δόξα τῷ ἁγίω θεῶ τῷ οὕτως εὐδοκίσαντι γενέσθαι, τοῦτο γάρ τό ὄρος ἐδόθη μοί παρά τοῦ υἱοῦ καί θεοῦ μου εἰς κλῆρον ἐμοῦ καί εὐχαριστῶ αὐτόν, ὅτι οὐκ΄ εἴασε μέ ἄμειρον, προσύγξαντο τοίνυν ἐπί τοῦτο, καί κλῆρον αὐτῆς ὑποῦσα υἱέ μου καί θεέ, εὐλόγισον τόν τόπον τοῦτον, καί ἔκχεον τό ἔλεό σου ἐπαυτόν ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος τούτου καί ἐπί τούς κατοικοῦντας ἐναυτῶ διά τό ὄνομά σου καί διά τό ὄνομα τό ἐμόν, διά μικροῦ κόπου καί ἀγόνος……. Φωνή δέ οὐρανόθεν ἀπεκρίθη αὐτή, ἔστε σοί οὕτως, ὡς προσηύξω, ἐάνπερ καί αὐτοί τόν σωτίριόν μου νόμον φυλάξουσιν, εὐχαριστήσασα δέ τῷ θεῶ ἐπί πάντα καί εὐλογήσας τόν τόπον καί τόν λαόν, καί εἰσελθοῦσα εἰς τό πλοῖον, καί πρός τήν κύπρον παραπλεῦσε ὤρμισαν, ὁ δέ Λάζαρος ἐναγονία ὧν, καί ἀδημονία πολλή περί τῆς μυτρός τοῦ ἰησοῦ καί περί τοῦ πλοίου καί τῶν ἐναυτῶ ἀνθρώπων νομίζοντος ὅτι ἐναβάγισαν καί ἀπαράκλητος ἐθρήνη τήν συμφοράν καί τό μέν πλοῖον προσύγγησαι τή Κύπρω, καί τή χέρσω ἀνέβησαν καί πρός τόν λάζαρον ἐγένοντο……΄΄(ἡ ὀρθογραφία τηρεῖται.)

 

Σχετικά μέ τόν πρῶτο Κύπριο ἁγιορείτη μοναχό, δέν ὑπάρχουν τεκμηριωμένες πληροφορίες. Πιθανότατα ὅμως, ὁ πρῶτος μοναχός πού ἔφυγε ἀπό τήν Κύπρο γιά τό Ἅγιον Ὄρος, ἦταν ὁ ὑποτακτικός τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, Πέτρος μοναχός, ἀναφορά τοῦ ὁποίου γίνεται μέσα στό Συναξαριστή τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. (Συναξαριστής Μηνός Ἰουλίου Ε΄). Περισσότερα γιά τόν Πέτρο μοναχό, καταγράφονται στό κυρίως μέρος τῆς ἀνά χείρας ἐργασίας.

Ἀπό τόν 10ο αἰώνα, περίοδο πού ἐπισκέφθηκε τήν Μεγαλόνησο ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος καί πῆρε μαζί του στόν Ἄθωνα τόν Κύπριο μοναχό Πέτρο, μέχρι τόν 18ο αἰώνα, γίνονται κάποιες ἀναφορές γιά παρουσία Κυπρίων μοναχῶν στό Ὄρος, κυρίως μέσα σέ χειρόγραφους κώδικες ἁγιορείτικων Μονῶν. Πρόκειται γιά πνευματοφόρους μοναχούς, πού ἀσχολήθηκαν εἴτε μέ Ἐκκλησιαστικές Τέχνες, εἴτε μέ τά Ἐκκλησιαστικά Γράμματα. Ἦταν γραφεῖς ἤ ἀντιγραφεῖς ὕμνων καί ἀκολουθιῶν, βιβλιοδέτες, μουσικοί, καλλιγράφοι καί Λόγιοι, πού ἄφησαν τήν σφραγίδα τους στήν πνευματική πορεία τῆς ἀθωνικῆς πολιτείας. Οἱ περισσότεροι ἀπό αὐτούς ἔζησαν στήν Ἱερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, γεγονός πού φανερώνει ὅτι, οἱ πρῶτοι Κύπριοι πού μετάβηκαν στό Ὄρος γιά μοναστική ζωή, προτίμησαν ὡς μέρος ἐγκαταβίωσής τους, τήν ἀρχαιότερη καί μεγαλύτερη ἁγιορείτικη Μονή. Ἡ προτίμησή τους, ἴσως νά μήν ἦταν ἄσχετη μέ τήν σύνδεση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἱδρυτῆ τῆς Λαύρας, Ὅσιου Ἀθανάσιου Ἀθωνίτου καί τῆς ἁγιοτόκου νήσου Κύπρου. Ἀνάμεσα σέ αὐτούς τούς μοναχούς, ἀναφέρονται οἱ συγγραφεῖς, Γρηγόριος μοναχός Λαυριώτης, Μαλάχιος μοναχός, οἱ μουσικοί Χρύσανθος ἱερομόναχος καί Ἱερόθεος Κουκουζέλης ἱερομόναχος – συγγραφέας, καλλιγράφος καί μουσικός, οἱ Λόγιοι Χρύσανθος ἱερομόναχος καί Γεράσιμος ὁ ἐπονομαζόμενος Κύπριος. Κοντά στούς φιλόμουσους καί φιλότεχνους μοναχούς, τῶν ὁποίων τό χειρόγραφο ἔργο στάθηκε ἐμπόδιο, ὥστε, νά ἀποκλειστοῦν ἀπό τήν πλήρη ἐπίγεια ἀφάνεια, πιθανόν νά ἔζησαν καί ἄλλοι συμπατριῶτες τους. Δέν ἔγιναν ὅμως γνωστοί, ἀφοῦ στό πέρασμά τους, δέν ἄφησαν κάποιο γραπτό ἔργο, οὔτε τηροῦνταν ἀρχεῖα ἀπό μέρους τῶν Ἁγιορείτικων καί τῶν ἄλλων Ἑλληνορθόδοξων Μονῶν στά δύσκολα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς τοῦ ἔθνους. Ἔτσι, οἱ καλοκάγαθοι καλόγεροι κέρδισαν τήν παντελῆ ἀφάνεια, γιά τήν ὁποία, ΄΄κατά τό δυνατόν,΄΄ ἀγωνίστηκαν στήν μάταιη ἐπίγεια ζωή τους. Αὐτοί, εἶναι γνωστοί στήν οὐράνια καί ἀτελεύτητη ζωή, ἀφοῦ τά ἔργα τους καταγράφηκαν λεπτομερῶς ἀπό τά ΄΄πολυόμματα Χερουβείμ΄΄, πού ὅλους μᾶς παρακολουθοῦν ἀδιάκοπα, ἀπό τήν ἐξέδρα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὕστερα ἀπό τήν ΄΄ἐν πολλοῖς΄΄ σκοτεινή σέ πληροφορίες, μοναστική ζωή Κυπρίων στόν Ἄθωνα, κατά τήν πρό καί μετά Μεσαιωνική Περίοδο, κάποιο ἀμυδρό φῶς ρίχνεται περί τόν 18ο αἰώνα, τό ὁποῖο στή συνέχεια δυναμώνει καί ὁλοένα φωτίζει καλύτερα. Στά μοναστήρια τηροῦνται κώδικες καί μοναχολόγια, πού ἐκτός τῶν ἄλλων, ἀποτελοῦν σημαντικές πηγές γιά τήν ἱστορική ἔρευνα.  Ἡ κάπως ἀραιή μετάβαση Κυπρίων στόν Ἄθωνα γιά ν΄ ἀκολουθήσουν ἐκεῖ τήν μοναχική – ἀσκητική ζωή, μέχρι τόν 19ο αἰώνα, ὀφειλόταν σέ μεγάλο βαθμό καί στίς θαλάσσιες συγκοινωνίες. Ἡ Κύπρος βρισκόταν μόνιμα κάτω ἀπό σκλαβιά καί ὁ ναυτικός στόλος τῶν κατακτητῶν ἐξυπηρετοῦσε κύρια καί πρώτιστα τούς ἴδιους. Ἔτσι, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς Κύπριους, πού ἀποφάσιζαν νά ντυθοῦν τό καλογερικό ράσο, ἐπέλεγαν νά ζήσουν σέ κάποια κυπριακή Μονή. Γιά τούς ἐλάχιστους πού ποθοῦσαν τόν Ἄθωνα, τούς μαραθωνοδρόμους ἀθλητές τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, ἡ συνηθέστερη ὁδός ἦταν διά μέσου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καί αὐτό γιατί, ἀπό τήn Βυζαντινή Περίοδο μέχρι τήν Περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, οἱ Κύπριοι εἶχαν ἐπαφές καί διατηροῦσαν δεσμούς μέ τήν ΄΄Βασιλεύουσα.΄΄ Στήν Πόλη στεγάζεται τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἴσα μέ τήν ἐπανάσταση τῶν νεοτούρκων (1908), ἀποτελοῦσε ἕδρα τῆς καλούμενης Ὑψηλῆς Πύλης τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Σέ αὐτή τήν πόλη, ὡς τά μέσα τοῦ 20ου αἰώνα, ἦταν δραστηριοποιημένη μία εὔρωστη οἰκονομικά καί πνευματικά ἑλληνική παροικία, γεγονός πού ἔδινε τήν ἀφορμή σέ ἀρκετούς Κύπριους, νά πηγαινοέρχονται συχνά στήν ἄλλοτε βυζαντινή πρωτεύουσα. Ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν νά μεταβοῦν στό Ἅγιον Ὄρος, τό πετύχαιναν μέ σχετική εὐκολία.

Ἡ βελτίωση τῆς ναυπηγικῆς τέχνης, μέ τήν ἐμφάνιση τῶν ἱστιοφόρων καί στήν συνέχεια τῶν ἀτμόπλοιων, συνέβαλε στήν εὐκολότερη θαλάσσια διακίνηση τῶν ἀνθρώπων. Γι αὐτό, κατά καί μετά τό μεσαίωνα, παρατηρεῖται μία αὔξηση Κυπρίων μοναχῶν στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά φτάσουμε στόν 19ο καί 20ο αἰώνα, ὅπου, διαπιστώνεται συνεχής πλέον παρουσία τους στόν Ἄθωνα. Ἀπό τήν πρώτη δεκαετία τοῦ 1800, στό Ὄρος ἐγκαταβιώνουν οἱ Κύπριοι παπᾶ Ἰλαρίων Διονυσιάτης καί ὁ μοναχός Ἀντώνιος Ἁγιοπαντελεημονίτης, ἐνῶ στήν συνέχεια, γίνεται γνωστή ἡ παρουσία τῶν ἐπίσης Κυπρίων, Νικόδημου Βατοπαιδινοῦ, Ἰωαννίκιου Δοχειαρίτη, τῶν Βατοπαιδινῶν ἱερομόναχου Θεοδώρητου, Ἀρχιμανδρίτη Ἰωαννίκιου, ἱεροδιάκονου Θεοδώρητου κ. ἄ.

Ἀπό τό κυπριακό μοναχικό φυτώριο, πολλοί βλαστοί μεταφυτεύονται στό γόνιμο καί καρποφόρο Περιβόλι τῆς Παναγίας, ὅπου στίς μέρες μας, ἐγκαταβιώνει ὁ μεγαλύτερος ἀριθμός Κυπρίων μοναχῶν ὅλων τῶν ἐποχῶν. Νέοι ἄνθρωποι, ἀλλά καί μεγαλύτεροι, ἀφήνονται στήν ἀγκαλιά τῆς κουροτρόφου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Παντοδέσποινας καί πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, ἐπιδεικνύοντας ἀγγελομίμητο διαγωγή, καταξιώνονται ν΄ ἀκολουθήσουν τά βήματα τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Πολυεύσπλαχνου Θεοῦ. Μέσα ἀπό τήν γεροντική καθοδήγηση καί τό παράδειγμα – ἐδῶ νά σημειωθεῖ ὅτι ἀρκετοί Κύπριοι ἁγιορεῖτες, εὐτύχησαν νά βρεθοῦν στά πόδια Ὁσίων ἀνδρῶν, ἀπό τούς ὁποίους τά μέγιστα ὠφελήθηκαν – τούς ἀσταμάτητους προσωπικούς ἀγῶνες, τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, τήν μακαρία ὑπομονή, τήν ἀδιάκριτη ὑπακοή καί ΄΄ἐπικουρεία τοῦ δόντος Χριστοῦ΄΄, καταφέρνουν μιά μέρα, νά πετάξουν ὅλα τά πάθη τους. Ζοῦνε ἀγωνιζόμενοι γιά σωτηρία τῆς ψυχῆς καί ἀφήνουν στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, κάθε βιοτική μέριμνα, ὅπως λέγει ὁ προφήτης: ΄΄ἐπίρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνάν σου΄΄, ἀλλά καί καθώς διερμηνεύεται ἀπό τόn Ψαλμωδό: ΄΄Οὗτοι (οἱ ἐχθροί) ἐν ἄρμασι καί οὗτοι ἐν ἴπποις, ἡμεῖς δέ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα.΄΄ (Ψαλμ. 19, 8.)

Οἱ Κύπριοι μοναχοί πού ζοῦνε στόν Ἄθωνα εἶναι διασκορπισμένοι σέ διάφορα μοναστήρια, σκῆτες, καλύβες, κάβιες, ξηροκάλυβα καί ἄλλα ἡσυχαστήρια. Αὐτό συνέβαινε πάντοτε, πρᾶγμα πού ἐπιβεβαιώνεται μέσα ἀπό τήν προσωπογραφική μέθοδο πού χρησιμοποιήθηκε γιά τήν ἑτοιμασία τῆς παρούσας ἐργασίας – ἔρευνας. Σέ κάποιες περιπτώσεις μερικοί προτιμοῦσαν νά ζήσουν κοντά σέ συμπατριῶτες τους ἤ σέ Μονές ὅπου ὁ ἡγούμενος εἶχε κυπριακή καταγωγή. Κάτι τέτοιο, θεωρεῖται πολύ φυσιολογικό και συνεχίζει νά παρατηρεῖται μέχρι καί σήμερα. Στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1980, σέ τρεῖς ἁγιορείτικες Μονές – Βατοπαιδίου, Διονυσίου καί Ἐσφιγμένου – οἱ ἡγούμενοι ἦταν Κύπριοι καί συνεχίζουν νά παραμένουν στίς δύο πρῶτες, ἀφοῦ ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου Εὐθύμιος ἱερομόναχος, κοιμήθηκε τό 1999.

Στίς ἀρχές τοῦ 21ου αἰώνα, ἀπό τίς ἁγιορείτικες Μονές, ἡ Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου κατέχει την πρώτη θέση στίς προτιμήσεις τῶν Κυπρίων μοναχῶν πού ἐπιλέγουν νά ζήσουν στόν Ἄθωνα. Τά τελευταῖα εἴκοσι περίπου χρόνια, ἐγκαταβιώνουν στήn Μονή 85 – 90 μοναχοί, ἀπό τούς ὁποίους οἱ 50 – 70 κατάγονται ἀπό διάφορα μέρη τῆς Σταυροφρούρητης Κύπρου. Τήν δεύτερη θέση στίς ἐπιλογές τῶν Κυπρίων γιά ἁγιορείτικη μοναστική ζωή, κατέχει ἡ Ἱερά Μονή Διονυσίου. Σέ αὐτήν, πρίν δέκα μέ δεκαπέντε χρόνια, σέ σύνολο 40 Πατέρων, περίπου οἱ δεκαέξι ἦταν Κύπριοι μοναχοί. Στό σημεῖο αὐτό, νά σημειώσουμε καί μίαν εὔστοχη φράση τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ τῆς Μονῆς Ἁγίου Διονυσίου, Λόγιου Γέροντος Θεόκλητου Διονυσιάτη, τήν ὁποίαν ἐπενόησε ὡς ἀπαύγασμα, τῆς αὐξημένης παρουσίας Κυπρίων μοναχῶν στόν Ἄθωνα: ΄΄Ἐκύπρισεν τό Ἅγιον Ὄρος.΄΄ Ἄλλη μία Μονή ὅπου στίς μέρες μας ζοῦνε γύρω στούς ἕξι μοναχούς, εἶναι αὐτή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.

Τό ἁγιορείτικο ΄΄κύπρισμα΄΄ καί μάλιστα τό Βατοπαιδινόν, γέννησε τήν ἰδέα συγγραφῆς ενός βιβλίου, για την εγκαταβίωση Κυπρίων μοναστών στο Άγιον Όρος.  Τήν γέννησε ΄΄ἐν ὥρα ὄρθρου βαθέως΄΄, ἐνῶ εὑρισκόμουν ὡς ἐπισκέπτης στήν Ἱεράν Μονήν Βατοπαιδίου, κατά τόν μήνα Ἰούνιον τοῦ 2007. Ὁ μεγάλος ἀριθμός Κυπρίων Βατοπαιδινῶν μοναχῶν κίνησε τήν καλοπροαίρετη περιέργειά μου καί κέντρισε τό συγγραφικό ἐνδιαφέρον μου, γιά μίαν ἔρευνα, σχετική μέ τήν διαχρονική παρουσία συμπατριωτῶν μας μοναχῶν στό Ἅγιον Ὄρος, ἀπό τῆς ἵδρυσης τῶν ἱερῶν του Μονῶν, μέχρι καί τόν παρόντα αἰώνα. Ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ ἕνα ταπεινό μνημόσυνο πρός τούς κεκοιμημένους – ἐν Ἄθω ἀσκηθέντας – ἀπό τήν νῆσον Κύπρον καλόγερους, κι ἐλάχιστο δεῖγμα ἐκτίμησης καί ἀγάπης πρός τούς ἐκεῖ ἀγωνιζόμενους συμπατριῶτες μας, οἱ ὁποῖοι νυχθημερόν παλεύουν μέ τίς δυνάμεις τοῦ καταχθόνιου δαίμονος. Εὐελπιστοῦμε συνάμα ὅτι, τό ΄΄ἐκ τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν μας΄΄ γεννηθέν πόνημα, θά ἐμπλουτίσει τίς σελίδες τῆς κυπριακῆς μοναστηριολογίας καί ἴσως συμβάλει σέ κάποιο βαθμό, στήν φανέρωση τῶν μακραίωνων σχέσεων τῆς Μεγαλονήσου μέ τήν μοναδική πολιτεία τοῦ πολυμόναχου Ἄθωνα. Τό ἐγχείρημα δέν ἦταν εὔκολο καί σίγουρα παρουσιάζει ἐλλείψεις. Ἐκτός αὐτοῦ, οἱ βιβλιογραφικές ἀναφορές περί τοῦ θέματος παρουσιάζονται πενιχρότατες, ἡ πρόσβαση σέ ἁγιορείτικα μοναχολόγια εἶναι δύσκολη καί κάπου ἀκατόρθωτη, ἐνῶ ἡ ὅλη προσπάθεια συlloγῆς πληροφοριῶν, ἀποδείχθηκε ἀρκετά ἐπίπονη καί χρονοβόρα, συνεργοῦντος καί τοῦ γεγονότος ὅτι, οἱ μοναχοί ἐλάχιστα σημάδια ἀφήνουν στό πέρασμά τους, ἀφοῦ ἐπιθυμία τους εἶναι ΄΄το λάθρα βιῶσαι΄΄.

Ἐν ὀλίγοις, ὁ καρπός γιά θερισμό πολύς, μά τοῦ ἐργάτη τά δρεπάνια δυσεύρετα. Στήν πορεία τῆς ἔρευνας, εἴχαμε τήν εὐλογία καί τήν χαρά νά συνομιλήσουμε, ἔστω καί τηλεφωνικά, μέ ὁρισμένους Ἁγιορεῖτες μοναχούς πού ζοῦνε σέ Σκῆτες ἤ Κελιά, οἱ ὁποῖοι μέ εὐχαρίστηση ἀνταποκρίθηκαν στήν παράκλησή μας κι ἔδωσαν στοιχεῖα πού γνώριζαν, τά ὁποῖα ἐπισφράγισαν μέ τήν εὐχή τους. Οἱ καλόκαρδες εὐχές τῶν ἀσκητῶν, πού νοερῶς ἀντιχοῦν ἀκόμα μέσα στ΄ αὐτιά μας, δροῦν ὡς θεραπευτικά ἐμβόλια στήν ψυχοπνευματική μας ὑπόσταση, τήν ὁποίαν γαληνεύουν καί ἐνδυναμώνουν μέσα στήν κοσμική ταραχή καί ἀκαταστασία πού βρισκόμαστε.

Διά μέσου λοιπόν, γνωστῶν καί ἀπρόσμενων δυσχεριῶν, προσπαθήσαμε νά ἀνεβοῦμε καί ΄΄κατά τό δυνατόν΄΄, νά περιδιαβοῦμε τόν Ἄθωνα. Καρδία τοῦ Ὄρους ἡ Παναγία καί λοιπά ὄργανά του οἱ μοναχοί, πού ἀδιαλείπτως τό κρατοῦν ὁλοζώντανο στήν ἁλυσίδα τοῦ χρόνου. Ἐπικαλεστήκαμε τήν βοήθεια τῆς Προστασίας τῶν Ἀδυνάτων καί ἀρχίσαμε τήν ἔρευνα, μέ τήν προαίσθηση καί τήν σιγουριά, πώς, θά βρίσκαμε στηρίγματα. Καί ὄντως συναντήσαμε ἀρκετά. Πολλούς ἀπό τούς βιογραφούμενους καλόγερους, εἶδαν καί γνώρισαν πολλοί ἐναρετότεροι, λογιώτεροι, πνευματικότεροι, ἀξιώτεροι μας, οἱ ὁποῖοι στήν πρέπουσα στιγμή καί περίπτωση, κατέθεσαν ἤ κατέγραψαν τήν περί αὐτῶν μαρτυρία τους. Διεξήλθαμε τίς σελίδες ἀρκετῶν ἀθωνικῶν Γεροντικῶν, βιβλίων μοναστηριακῶν, θρησκευτικῶν ἐντύπων καί περιοδικῶν, ἀπό τίς ὁποῖες τρυγήσαμε ΄΄οὐκ ὀλίγα,΄΄ σχετικά μέ τήν μελέτη. Αὐτά, συνενώθηκαν μέ στοιχεῖα πού σέ κάποιες περιπτώσεις μᾶς παραχωρήθηκαν ἀπό ἁγιορείτικα μοναστήρια καί ὅπου ἦταν ἀναγκαῖο, τό ὑλικό ἔτυχε τῆς δέουσας ἐπεξεργασίας καί τακτοποίησης. Ὁμολογουμένως, στήν συγκεκριμένη περίπτωση, ἐφαρμόζεται ὁ Λόγος τοῦ Θεανθρώπου, τόν ὁποῖον εἶπε πρός τούς μαθητάς Του: ΄΄ἄλλοι κεκοπιάκασι καί ὑμεῖς εἰς τόν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθαμεν΄΄ (Ἰωάννης δ΄, 38), ἀφοῦ καί ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, μαθηταί τῶν μαθητῶν Του ἐσμέν.

Ἀπό τήν συγκέντρωση τοῦ ὑλικοῦ, κρίθηκε σκόπιμο ὅπως, αὐτό ταξινομηθεῖ σέ τρεῖς ὑποκατηγορίες ὡς ἀκολούθως:

α) Κύπριοι Μοναχοί πού ἔζησαν καί κοιμήθηκαν στό Ἅγιον Ὄρος,

β) Κύπριοι Μοναχοί πού παρέμειναν γιά κάποιο διάστημα στό Ἅγιον Ὄρος, γ) Ἡλικιωμένοι, ζῶντες Κύπριοι ἁγιορεῖτες.

Γιά τήν παράθεση τῶν μοναχικῶν ὀνομάτων στήν ἔρευνα, τηρήθηκε χρονολογική σειρά, χωρίς ὅμως αὐτή νά θεωρεῖται ἀπόλυτα ὀρθή, ἀφοῦ ὑπάρχουν περιπτώσεις στίς ὁποῖες ἀγνοεῖται εἴτε ἡ χρονολογία γέννησης εἴτε τῆς κοίμησης ἑνός μοναχοῦ, ἀκόμα καί ἀμφότερες. Στήν τελευταία περίπτωση, ἡ ταξινόμηση στηρίχθηκε σέ ἄλλα δεδομένα πού μᾶς παρουσιάστηκαν ἤ ἔγινε τυχαῖα, κατά τήν κρίση μας.

Γιά τίς ἀτέλειες τοῦ ἔργου, πού σίγουρα εἶναι ἀρκετές, ζητοῦμε τήν ἐπιείκια καί κατανόηση τῶν ἀναγνωστῶν. Εὐελπιστοῦμε πώς ἡ προσπάθειά μας θά βρεῖ μιμητές, οἱ ὁποῖοι μελλοντικά, θά μπορέσουν νά δώσουν μιά πιό ὁλοκληρωμένη καί ἐμπεριστατωμένη εἰκόνα στό θέμα μέ τό ὁποῖο καταπιάστηκε ἡ ἁμαρτωλότητά μας. Ὁ Καλογεράθωνας, ἡ ἁγιασμένη χερσόνησος, πάνω ἀπό τήν ὁποία, συχνά – πυκνά χαμηλοπετοῦνε Ἄγγελοι, καλοδέχεται ὅλους τούς ὀρθόδοξους χριστιανούς, πού θέλουν νά τρυγήσουν ἀπό τή γύρη του, ἤ νά γευτοῦνε λίγο ἀπό τό μέλι του, ὅσοι καί νά ΄ναι, ἀπ΄ ὅπου κι ἄν προέρχονται. Κι ἔχει πολλά νά τούς δώσει, χωρίς νά ζητεῖ τίποτε ἀπό αὐτούς.