Πέτρος μοναχός Λαυριώτης:  Ἡ μοναδική πηγή μέσα ἀπό τήν ὁποίαν ἀντλοῦνται κάποιες πληροφορίες σχετικά μέ τόν ἀναφερόμενο μοναχό, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἦταν καί ὁ πρῶτος Κύπριος ἁγιορείτης, εἶναι ὁ Συναξαριστής τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Ἀθωνίτου.  Ἀναγράφεται στό βίο τοῦ Ἁγίου:

΄΄Εἰς δέ τήν Κύπρον προσορμίσαντες τῆ Μονῆ τῶν Ἱερέων οὕτω καλουμένη παρέβαλον. Καί τῷ καθηγητῆ τῆς τοιαύτης Μονῆς προσελθόντες καί μετάνοιαν βαλόντες αὐτῶ, αἰτοῦσιν αὐτόν χορηγεῖν αὐτοῖς τήν ἀναγκαίαν διατροφήν καί τά ἐργόχειρα τούτων λαμβάνειν. Πόθος γάρ ἔλαβεν ἡμᾶς, ἔλεγον, ἀπελθεῖν εἰς προσκύνησιν τοῦ ἁγίου τάφου, καί διά τόν φόβον τῶν Ἀγαρηνῶν δειλιῶμεν ὁδεῦσαι τήν ἐκεῖ φέρουσαν.΄΄

Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος, μετά πού ἔκτισε τήν Λαύρα του, πληροφορήθηκε πώς ὁ ἔνδοξος στρατηγός τοῦ Βυζαντίου Νικηφόρος Φωκᾶς στέφθηκε βασιλιάς, ἐνῶ ἀθέτησε ὑπόσχεσή του στόν Ὅσιο, ὅτι, θά μόναζε κοντά του στήν ἀθωνική Λαύρα πού δημιούργησε. Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ἄφησε τήν ἡγουμενία τῆς Μονῆς σέ ἄλλο ἐνάρετο μοναχό καί ἀναχώρησε ἀπό τό Ὄρος φθάνοντας μέχρι τή μικρασιατική πόλη Ἄβυδο. Ἀπό ἐκεῖ κατῆλθε στήν Κύπρο καί κάθισε στήν Μονή τῶν Ἱερέων (Ἁγίου Νικολάου) ἤ καί Ἁγία Μονή, στήν ἐπαρχία Πάφου, μαζί μέ ἕνα μοναχό μαθητή του, τόν Ἀντώνιο. Ὕστερα ἀπό μικρό χρονικό διάστημα, ἀναχώρησε καί ἐπέστρεψε στόν Ἄθωνα.

Καί πάλιν στό βίο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, ἀναφέρεται πώς, ὅταν κάποτε ὁ Ὅσιος βρισκόταν μέ μερικούς μοναχούς σέ βάρκα τῆς Μονῆς, λόγω θαλασσοταραχῆς ἡ βάρκα ἀνατράπηκε καί κινδύνεψε ἕνας ὑποτακτικός του ὀνομαζόμενος Πέτρος. Σέ ἐκείνην τήν δύσκολη ὥρα, ὁ Ὅσιος ἅρπαξε τόν μοναχό ἀπό τό χέρι καί τόν διέσωσε, ὡς ποτέ ὁ Κύριος τόν Ἀπόστολο Πέτρο. Ὁ μοναχός ἐκεῖνος, καθώς ἀναγράφεται στό Συναξαριστή τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου ἦταν Κύπριος. Τό πιθανότερον εἶναι, νά τόν πῆρε μαζί του ἀπό τήν Κύπρο, ὁ Ὅσιος. Διαβάζουμε στό βίο τοῦ Ἁγίου:

΄΄εἷς γάρ τῶν ναυαγησάντων, Πέτρος τήν κλῆσιν, τό γένος Κύπριος, οἴα Πέτρος καί τά τοῦ Πέτρου ἔπασχε καί αὐτίκα κατεποντίζετο, ὁ δέ μέγας παρεθάρρυνε τέ καί τῆ χειρί τοῦτον, ὡς ποτέ τόν μέγαν Πέτρον ὁ Σωτήρ, παραδόξως ἀνῆγε τοῦ βυθοῦ, καί γέγονε τό θαῦμα πίστις ὁμοῦ καί προσθήκη τῷ θαύματι. ΄΄

Ἱερόθεος ἱερομόναχος (Κουκουζέλης): Ὁ ἱερομόναχος Ἱερόθεος γεννήθηκε στήν Κύπρο, κατά μεγάλην πιθανότητα πρίν ἀπό τήν ὀθωμανική κατάκτηση τοῦ νησιοῦ (1570 – 1571). Καί αὐτό, γιατί τό 1588, μαρτυρεῖται ὡς ἱερομόναχος στήν ἁγιορείτικη Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα, ὅπου κατά τό ἀναφερόμενο ἔτος, ἀντέγραψε κώδικα τοῦ Ψαλτηρίου. Μέ βάση τήν χρονολογία αὐτή, πρέπει νά θεωρεῖται ἀπίθανη ἡ γέννησή του, στά μετά τήν τουρκική κατάκτηση τῆς Κύπρου χρόνια. Ὁ Ἱερόθεος ἱερομόναχος, ἀποτέλεσε μέλος τῆς πρώτης ἤ δεύτερης μοναστικῆς ἀδελφότητας τῆς Σταυρονικητιανῆς Μονῆς καί κατά πᾶσαν πιθανότητα, ἦταν ὁ πρῶτος Κύπριος μοναχός πού ἐγκαταβίωσε σέ αὐτήν, γνωστοῦ ὅτι, ἡ ἀναφερόμενη Ἱερά Μονή ἱδρύθηκε τό ἔτος 1542.

Ὁ Ἱερόθεος Κουκουζέλης κατατάσσεται ἀνάμεσα στούς σημαντικότερους γραφεῖς μεταβυζαντινῶν χειρογράφων, σπουδαῖος καλλιγράφος καί μουσικός. Καθώς σημειώνει ὁ Κύπριος Καθηγητής τοῦ Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, στίς σελίδες τοῦ βιβλίου του, ΄΄Κυπριακή Λογιοσύνη 1571 – 1878 ΄΄, τό ὄνομα Κουκουζέλης δέν ἀποτελεῖ οἰκογενειακό ἐπώνυμο τοῦ μοναχοῦ, ἀλλά προσωνύμιο πού τοῦ ἀποδόθηκε γιά τή μουσική του δεινότητα, ἀνακαλώντας τόν διάσημο Λαυριώτη μουσικό τοῦ 14ου αἰώνα Ἰωάννη Κουκουζέλη. Ἡ παρουσία τοῦ Κύπριου ἱερομόναχου Ἱερόθεου Κουκουζέλη στόν Ἄθωνα, μαρτυρεῖται κατά διάφορους τρόπους καί τά ἔτη 1595, 1610, 1625 καί 1626. Μάλιστα τό 1625, ὑπογράφει ὡς ἀνάξιος ἡγούμενος τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα. Σέ χειρόγραφους κώδικες πού φυλάσσονται στό Ἅγιον Ὄρος, (Ἱερά Μονή Γρηγορίου) ἀναγράφεται:

΄΄Ἐτελειώθησαν αἱ τρεῖς λειτουργίαι σύν τῷ μικρῶ ἁγιασμῶ καί αἱ πέντε εὐχαί Δεκεμβρίω ιβ΄ ἡμέρα β΄ ἔτους ζρλγ΄ ἰνδικτιῶνος η΄ (1625). Θύτης Ἱερόθεος ἐκ Κύπρου νήσου τό δέ ἐπίκλιον Χατζής ὁ Κουκουζέλης.΄΄

Ἀπό τόν κώδικα αὐτό, μαθαίνουμε πώς ὁ Ἱερόθεος ἔφερε καί τό ἐπώνυμο Χατζής, πρᾶγμα πού ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι ὑπῆρξε προσκυνητής τοῦ Πανάγιου Τάφου. Σέ ἄλλο ἁγιορείτικο κώδικα ἀναγράφεται:

΄΄Αὗται αἱ θεῖαι καί ἱεραί λειτουργίαι ……….ἐγράφησαν διά χειρός ἐμοῦ τοῦ ἀμαθοῦς Ἱεροθέου ἱερομονάχου τοῦ καί Κουκουζέλη τοῦ Κυπρίου……….καί κατά τό ζρλδ΄ Μαρτίου ιε΄ ἡμέρα δ΄ (1626) ἐν τῷ Ἁγιωνύμω ὄρει τοῦ Ἄθωνος.΄΄

Ὁ Ἱερόθεος Κουκουζέλης ἐκτός ἀπό καλλιγράφος καί μουσικός ὑπῆρξε καί συγγραφέας. Ὡς ἔργα του, ἀναφέρονται τά ἀκόλουθα:

΄΄Περιγραφή βραχυτάτη (…..) ὁδοιπορίας τινός εἰς Ἱεροσόλυμα καί Παλαιστίνην ΄΄ καί ΄΄Διήγησις καί ὀπτασία ἐξαίσιος Σοφιανῆς, τῆς μετονομασθείσης Σωφρονίας μοναχῆς, περί παραδείσου καί κολάσεως,΄΄ τό ὁποῖο ἀναφέρεται σέ περιστατικό τοῦ ἔτους 1606 στήν Κωνσταντινούπολη καί ἡ ἀρχή τοῦ ὁποίου εἶναι: ΄΄Ἐν τῆ βασιλευούση τῶν πόλεων γέγονε φρικῶδες, τεράστιον καί ἄξιον γραφή διδόναι πρός τήν τῶν ἀκουόντων ὠφέλειαν. ΄΄

Γεράσιμος Κύπριος:   Ο Γεράσιμος ὁ ἐπονομαζόμενος Κύπριος ἔζησε στήν ἁγιορείτικη Μονή Μεγίστης Λαύρας. Ἀσχολήθηκε μέ τή συγγραφή χειρόγραφων κειμένων, πρᾶγμα πού τόν κατατάσσει ἀνάμεσα στούς Λόγιους ἁγιορεῖτες μοναχούς. Χειρόγραφα ἔργα του εἶναι:

΄΄Αἱ τρεῖς Θεῖαι Λειτουργίαι΄΄ καί ΄΄Τάξις γενομένη ἐπί χειροτονία ἀναγνώστου, ὑποδιακόνου, διακόνου, πρεσβυτέρου, μητροπολίτου καί ἐπισκόπου.΄΄

Στά μέσα τοῦ 17ου αἰώνα ὁ φιλόμουσος καλόγερος ἔγραψε τούς ἀκόλουθους στίχους εἰς τόν Πατριάρχην (φ. 101α ):

Παναγιώτατε ἡμῶν αὐθέντα καί δεσπότη

δῶρον μικρόν προσήνεγκα τῆ σῆ παναγιότητι

δέξου αὐτό ὡς ὁ ποτέ ὁ θαυμαστός Ἠλίας

τῆς χήρας τά δύο λεπτά κείνης τῆς μακαρίας

καί μέμνησο τοῦ γράψαντος δούλου σου τ΄ ἀναξίου

τό ὄνομα Γερασίμου τέ πατρίδος δέ Κυπρίου.

Νά σ΄ ἀξιώσει ὁ Κύριος νά ζήσης νά γεράσεις (1654).

Οἱ στίχοι γράφτηκαν ἀπό τό μοναχό Γεράσιμο καί ἀπαγγέλθηκαν ἀπό τόν ἴδιο στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, μᾶλλον σέ ἐπίσκεψη τοῦ τελευταίου στόν Ἄθωνα. Τό ἐνδεχόμενο νά ἐπισκέφθηκε ὁ Γεράσιμος τόν Πατριάρχη, θεωρεῖται ἀρκετά περιορισμένο.

Ἀγάπιος μοναχός: Κύπριος ἁγιορείτης μοναχός πού ἔζησε στόν Ἄθωνα, μᾶλλον κατά τό δεύτερο μισό τοῦ 18ου αἰώνα.  Ὁ μοναχός Ἀγάπιος κατατάσσεται ἀνάμεσα στούς διαπρεπεῖς ἁγιορεῖτες λόγιους τῆς ἐποχῆς του καί παρουσιάζεται ὡς ἔνθερμος ὑποστηρικτής τοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων καί ἕνας τῶν ἡγετῶν του. Σέ μελέτη του, μέ τίτλο, ΄΄Ἀσκητικές Μορφές τοῦ Ἁγίου Ὄρους΄΄, πού δημοσιεύτηκε στό κυπριακό περιοδικό ΄΄Ὀρθόδοξη Μαρτυρία΄΄, ὁ γνωστός ἀπό τό συγγραφικό του ἔργο, Ἁγιορείτης μοναχός Μωυσῆς, μετά τούς τρεῖς πρωτοπόρους τοῦ φιλοκαλικοῦ αὐτοῦ κινήματος Ἁγίους, Μακάριο Νοταρᾶ, Νικόδημο Ἁγιορείτη καί Ἀθανάσιο Πάριο, ἀναφέρει τά ὀνόματα τῶν συνοδοιπόρων καί συνεκδήμων τους διαπρεπῶν λογίων, ὅπως τούς χαρακτηρίζει, Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη, Χριστόφορου Ἀρτηνοῦ, Ἀγάπιου τοῦ Κύπριου, Ἰάκωβου τοῦ Πελοποννήσιου, Παύλου τοῦ ἐρημίτη, Θεοδώρητου Ἐσφιγμενίτη, κ.ἄ.

Τό κίνημα τῶν Κολλυβάδων ἄρχισε τό 1754 στό Ἅγιον Ὄρος, μέ ἀφορμή τήν μετάθεση τῆς ἡμέρας τέλεσης τῶν μνημοσύνων μέ κόλλυβα γιά τούς συγγενεῖς τῶν δωρητῶν πού θά κτιζόταν ἡ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἀπό τό Σάββατο τήν Κυριακή. Καί ὁ λόγος, γιατί οἱ μοναχοί τῆς Σκήτης, τό Σάββατο ἦταν ἀπασχολημένοι μέ τίς οἰκοδομικές ἐργασίες. Ὅμως, στήν συγκεκριμένη μετάθεση παρουσιάστηκαν ἀντιφρονοῦντες μοναχοί, οἱ ὁποῖοι τήν θεώρησαν ἀσύμφωνη πρός τήν ἐκκλησιαστικήν τάξη καί τήν ἀναστάσιμη ἰδιότητα τῆς Κυριακῆς.  Ἡ διαμάχη πῆρε σοβαρές διαστάσεις καί ἀπασχόλησε τούς Οἰκουμενικούς Πατριάρχες Θεοδόσιο Β΄ καί τό διάδοχό του Σαμουήλ, ὁ ὁποῖος διέταξε τελικά νά τελοῦνται τά μνημόσυνα κατά τό Σάββατο. Μάλιστα σέ Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη, τό 1776, ἀφορίστηκαν οἱ ἐπικεφαλῆς τῶν Κολλυβάδων, Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, Ἰάκωβος Πελοποννήσιος, Ἀγάπιος ὁ Κύπριος, Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, Χριστόφορος Προδρομίτης καί Νικόδημος Ἁγιορείτης. Τό πατριαρχικό ΄΄θέσπισμα΄΄ χαρακτηρίζεται ἀπό ἐμπάθεια καί αὐθαιρεσία καί βασίστηκε σέ συκοφαντικές καταγγελίες, χωρίς ἀπολογία τῶν κατηγορουμένων (βλέπε, Ἀθανασίου Πάριου ΄΄Φραγγέλιον΄΄, σελ. 56), καθώς καί σέ ἀπαράδεκτους καί ἀπαξιωτικούς χαρακτηρισμούς ἐναντίον προσώπων σοφῶν καί συνετῶν, διδασκάλων ἐπιφανῶν, κάποιοι τῶν ὁποίων ἀναγνωρίστηκαν Ἅγιοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ κατηγορίες καί συκοφαντίες ἐναντίον εὐλαβῶν καί πνευματικῶν, ἀποτελοῦν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί συνήθεια. ΄΄Οὐαί ὑμῶν ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι. ΄΄ (Λουκᾶ, στ΄ 6.)

Ἀπότμημα τοῦ καταδικαστικοῦ κειμένου ἔχει ὡς ἑξῆς:

΄΄Οἱ δέ πρωταίτιοι καί ἀρχηγοί καί συνίστορες τῆς τοιαύτης δόξης, ὅ τέ κακοαθανάσιος Πάριος καί ὁ κακαοϊάκωβος Πελοποννήσιος καί ὁ κακοαγάπιος Κύπριος, οἱ φατρίαν ποιήσαντες τή πρός ἁπλουστέρους καί ἀγοραίους καί ἀμαθεῖς ἀπάτη καί πλάνη καί πολλούς πρός τήν ἑαυτῶν κακοδοξίαν καί καινοτομίαν ἐφελκύσαντες καί διαίρεσιν μεταξύ τοῦ τῶν Ὀρθοδόξων συστήματος ποιήσαντες……….΄΄ (βλέπε, Ἀθανασίου Πάριου, ΄΄Φραγγέλιον,΄΄ σελ. 49.)

Τό 1781 δόθηκε ἄφεση στούς ἀδίκως ἀφορισθέντες Κολλυβάδες. Καί ἔπρεπε νά γίνει αὐτό, ἀφοῦ ΄΄ἡ ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μένει εἰς τούς αἰώνας΄΄.

Ἡ ἡγετική παρουσία τοῦ Ἀγάπιου στό ἀναφερόμενο κίνημα, δίπλα σέ ἐξέχουσες μορφές τῆς Ὀρθοδοξίας, κατά τό δεύτερο μισό τοῦ 18ου αἰώνα, τονίζει τό κῦρος καί τήν προσωπικότητά τοῦ Κύπριου μοναχοῦ.

Θεοδώρητος ἱερομόναχος:  Ἀρχῆς γενομένης μέ τόν ἱερομόναχο Θεοδώρητο, θά γίνει ἀναφορά σέ τρεῖς Κύπριους ἁγιορεῖτες τῆς ἴδιας οἰκογένειας, πού πόθησαν καί ἔζησαν στόν ἡσυχαστικό Ἄθωνα. Εἶχαν ὡς ἰδιαίτερη πατρίδα τό χωριό Πεδουλάς τῆς περιφέρειας Μαραθάσας. Ὁ Θεοδώρητος ἦταν ὁ μεγαλύτερος σέ ἡλικία, καί ὁ πρῶτος ἀπό τρεῖς νέους τῆς αὐτῆς οἰκογένειας πού ἄνοιξαν τά φτερά τους γιά τήν ἀθωνική πολιτεία, μέ σκοπό νά ζήσουν ἐκεῖ τήν ποθούμενη μοναχική ζωή.

Σέ νεαρή ἡλικία προσλήφθηκε ὡς δόκιμος μοναχός στήν κυπριακή Ἱερά Μονή Παναγίας Τροοδίτισσας, τήν ὁποία ὅμως ἐγκατέλειψε σύντομα, γιά νά ἀναχωρήσει γιά τό μητροπολιτικό κορμό τοῦ Ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ, τό Ἅγιον Ὄρος.Ὁ Θεοδώρητος, ὅταν πάτησε τά πόδια του στόν Ἄθωνα, ἐπέλεξε ὡς μέρος ἐγκαταβίωσής του τήν Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου. Ἀφοῦ ἀσκήθηκε στή μοναχική ζωή, κρίθηκε κατάλληλος καί χειροτονήθηκε ἀρχικά ἱεροδιάκονος καί ἀργότερα ἱερομόναχος.Ἔζησε ὅλα τά χρόνια τῆς μοναχικῆς του ζωῆς στό Ἅγιον Ὄρος, χωρίς νά ἐπισκεφτεῖ ποτέ τήν Κύπρο. Ὅμως, ἐνδιαφερόταν γιά τήν γενέτειρα καί τούς συγγενεῖς του, μέ τούς ὁποίους εἶχεν ἐπικοινωνία.

Σάν φώλιασε γιά καλά στό Περιβόλι τῆς Παναγίας καί ντύθηκε κάπως ἡ πνευματική του γύμνια, συναισθανόμενος τό ὄφελος πού ἀπεκόμισε, σκέφθηκε πώς θά ἦταν ἀρεστό στό Θεό, τέτοιο ὄφελος νά τό δεχόταν καί ὁ ἀνεψιός του. Νά καλογερέψει στόν Θεοτοκοπροστάτευτο Ἄθωνα, πού ὅσο κρυώνει μέ τό κλῖμα του τά σώματα τῶν μοναχῶν, διπλοθερμαίνει μέ τό πνεῦμα του τίς ψυχές τους. Ἔτσι, ἔστειλε πρόσκληση πρός τόν ἀνεψιό του Ἰωάννη, μετέπειτα Ἰωαννίκιο μοναχό, πού ζοῦσε στόν Πεδουλά, γιά νά πάει στό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ Ἰωάννης ἀποδέχθηκε τήν πρόσκληση καί μετέβηκε στό Περιβόλι τῆς Παναγίας, ὅπου, ὕστερα ἀπό δοκιμασία ρασοφόρησε καί καλογέρεψε. Μορφώθηκε καί γιά ἀρκετά χρόνια διετέλεσε Ἀρχιγραμματέας τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος Ἁγίου Ὄρους καί ἀργότερα, ἀντιπρόσωπος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου στίς παραδουνάβιες ἡγεμονίες.

 Ἰωαννίκιος Ἀρχιμανδρίτης:   Κάποια βιογραφικά στοιχεῖα γιά τόν ἀνεψιό τοῦ Θεοδώρητου, Ἰωαννίκιο μοναχό, γίνονται γνωστά ἀπό σύντομο χειρόγραφο τοῦ μοναχοῦ Ἀρκάδιου Βατοπαιδινοῦ.  Ὁ κατά κόσμον Ἰωάννης γεννήθηκε στό χωριό Πεδουλάς τῆς περιφέρειας Μαραθάσας, περί τά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1780. Ἡ χρονολογία γέννησής του εἶναι ὑποθετική, βασισμένη στήν πληροφορία τοῦ Ἀρκάδιου, ὅτι, κοιμήθηκε τό 1871, ἀφοῦ ἔζησε ΄΄ὑπέρ τά 80 ἔτη.΄΄ Μέ βάση τό βιβλίο ΄΄Ἀρχειακά ἔγγραφα Ἰωαννίκιου Βατοπαιδινοῦ τοῦ Κυπρίου (+1871)΄΄, ὁ νεαρός Ἰωάννης πρέπει νά ἔφυγε γιά τό Ὄρος στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰώνα. Στόν Ἄθωνα κάρηκε μοναχός, χειροτονήθηκε διάκονος καί προχειρίστηκε Ἀρχιμανδρίτης. Λίγες, ἀλλά σημαντικές πληροφορίες ἀναφορικά μέ τήν μόρφωση καί τήν προσφορά τοῦ Ἰωαννίκιου, ἀντλοῦνται καί πάλι ἀπό τό χειρόγραφο τοῦ μοναχοῦ Ἀρκάδιου. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἰωαννίκιος σπούδασε στήν Σχολή τῶν Κυδωνιῶν καί γιά μεγάλο διάστημα ἐκτελοῦσε χρέη Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στά δύσκολα χρόνια τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821.

Μετά τόν θάνατο τοῦ Εἰρηνουπόλεως καί Βατοπαιδίου Γρηγόριου, Ἔξαρχου ὅλων τῶν Βατοπαιδινῶν κτημάτων καί συμφερόντων στίς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, τό 1846 προχειρίστηκε Ἀρχιμανδρίτης καί διορίστηκε διοικητής τῶν ἐκεῖ βατοπαιδινῶν κτημάτων. Στό διορισμό αὐτό συνέτεινε κατά πολύ ἡ πεῖρα του, ἀφοῦ βρισκόταν στίς ἀναφερόμενες ἡγεμονίες βοηθώντας στήν διοίκηση τῶν μετοχίων, πρίν ἀπό τήν κοίμηση τοῦ Γρηγόριου. Ὕστερα ἀπό δωδεκάχρονη παραμονή στή Βεσσαραβία, ἐπέστρεψε στή Μονή τῆς μετανοίας του, τήν ὁποία ΄΄μετά πολλῆς συνέσεως ὡς πρῶτος αὐτῆς Ἐπίτροπος διώκησε. Γενόμενος δέ ὑπέρ τά 80 ἔτη ἀπέθανε τῷ 1871.΄΄

Ἄξιο ἀναφορᾶς εἶναι τό γεγονός ὅτι, κατά τήν περίοδο τῆς διακονίας του στήν Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου, ὁ μακαριστός Ἰωαννίκιος εὐτύχησε νά γίνει αὐτόπτης μάρτυρας, ΄΄τῆς θαυματουργικῶ τῶ τρόπω΄΄ εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Λειψάνου τοῦ Ἁγίου Εὐδοκίμου. Ἦταν τό ἔτος 1840, ὅταν ἡ ἱερά Ἀδελφότητα τῆς Μονῆς πῆρε ἀπόφαση γιά μετακόμιση τῶν ὀστῶν τῶν κοιμηθέντων μοναχῶν σέ ἄλλο ὀστεοφυλάκιο. Ἀφοῦ κατεδάφισαν τόν ἕνα τοῖχο τοῦ παλαιοῦ ὀστεοφυλακίου κι ἔφθασαν στά θεμέλια, αἰσθάνθηκαν μίαν ἄρρητη εὐωδία. Προχωρώντας τό σκάψιμο, ἀντιλήφθηκαν πώς αὐτή προερχόταν ἀπό τό λείψανο κάποιου Ἁγίου, μάλιστα μέ ὁλοκληρο τόν σκελετό καί τό δέρμα. Μέ τή δέουσα εὐπρέπεια καί εὐλάβεια μετέφεραν τό λείψανο στό Καθολικό τῆς Μονῆς. Ὁμόφωνα, ἔδωσαν στόν Ἅγιο τό ὄνομα Εὐδόκιμος καί ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 5 Ὀκτωβρίου.

Ὁ Ἰωαννίκιος ἀγαποῦσε πολύ τή Μονή τῆς μετανοίας του, πρᾶγμα πού μαρτυρεῖται ποικιλοτρόπως μέσα σέ πολλά ἔγγραφά του, πού φυλάσσονται στό Ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου. Ὄντας ἀκόμη Ἔξαρχος στίς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, μαζί μέ τήν ἱερά Βατοπαιδινή ἀδελφότητα ταλαιπωρήθηκε σέ δικαστικούς ἀγῶνες, γιά τή διεκδίκηση σημαντικῶν περιουσιακῶν στοιχείων τοῦ Εἰρηνουπόλεως Γρηγορίου ὑπέρ τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου, ἀπό τίς ὀρέξεις συγγενικῶν του προσώπων. Τό 1850, εὑρισκόμενος στό Ἰάσιον, ἀπέστειλε ἀπό τό προσωπικό του εἰσόδημα (τότε, στά πλεῖστα μοναστήρια ἐπικρατοῦσε τό Ἰδιόρρυθμο μοναστικό σύστημα) ἑπτακόσια πενήντα τέσσερα ΄΄καρπόβνα΄΄, τά ὁποῖα ὑπολογίζει στά ΄΄ὅσα ἐξ (αὐτοῦ) διά τόν ἀνεγερθέντα κουμπέ τῆς πόρτας.΄΄ Πρόκειται διά τήν ζωγραφική διακόσμηση τοῦ προστώου τῆς εἰσόδου τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου, πού ἔγινε διά ΄΄χειρός Νικηφόρου΄΄ τοῦ Β΄, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἰδιαίτερη πατρίδα τό Καρπενήσι. Ἐπιγραφή καταγραμμένη στήν ἀριστερή πλευρά τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Πυροβοληθείσης, κάτω ἀπό τήν τοιχογραφία τοῦ ὁμώνυμου του Ἁγίου Ἰωαννικίου, ἀνεφέρει:

΄΄Τίς ὁ κτίτωρ, καί φιλοΐστωρ τοῦ θόλου τούτ(ου)

ὅν φαιδρῶς τ΄ ἀγλαῶς τε, σύν πόθω διαπύρω

Ἰωαννίκιος ἐστ΄ ἰθαγενής τῆς Κύπρου

Ἀρχιμανδρίτης θ΄ ἅμα τῆς δε, ὦ φίλε ξένε

+ κατά μῆνα Ἰούνιον

+ χείρ Νικηφόρου 1858.΄΄

Ἐκτός ἀπό τήν Μονή του, ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἰωαννίκιος ἀγαποῦσε καί τήν πατρίδα του Κύπρον, τήν ὁποίαν στήν πρέπουσα ὥρα βοήθησε ἔμπρακτα, κατά τήν δυνατότητά του. Ἕνα χρόνο μετά τήν ἐπιστροφή του στήν Μονή Βατοπαιδίου, δηλαδή τό 1859, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Α΄ (1854 – 1865) μέ ἐπιστολή του ἡμερομηνίας 23 Ὀκτωβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, τοῦ ζητοῦσε νά συνδράμει οἰκονομικά στήν ἀνόρθωση τῆς παιδείας τοῦ νησιοῦ, ἀνταποκρίθηκε πρόθυμα. Σέ ἀπαντητική ἐπιστολή του ὁ Ἰωαννίκιος, ἀνάμεσα σ΄ ἄλλα, ἀνέφερε στόν Κύπριο Ἀρχιεπίσκοπο, ὅτι εἶχε ἐνημερωθεῖ ἀπό τήν Σμυρνιώτικη ἐφημερίδα ΄΄Ἀμάλθεια΄΄, γιά τήν προσπάθειά του νά ἀνυψώσει ΄΄κατά τό δυνατόν΄΄ τά ἐλληνικά γράμματα στήν Κύπρο. Γιά τόν σκοπό αὐτό, ἀπέστειλε στήν Μεγαλόνησο τόν ἀνεψιό του Θεοδώρητο ἱεροδιάκονο, διά τόν ὁποῖον γράφουμε στήν συνέχεια.

Θεοδώρητος ἱεροδιάκονος:   Τό τρίτο μέλος τῆς ἴδιας πεδουλιώτικης οἰκογένειας πού ἐπέλεξε τόν μοναχισμό καί μάλιστα τόν ἁγιορείτικο, ἦταν ὁ ἀνεψιός τοῦ Ἰωαννίκιου Θεοδώρητος. Ὅπως ἔπραξε ὁ Ἰωαννίκιος πού ἔφυγε γιά τό Ἅγιον Ὄρος γιά ν΄ ἀκολουθήσει τό μοναχικό βίο, τόν ὁποῖο εἶχε ἤδη ἐπιλέξει καί ὁ θεῖος του Θεοδώρητος μοναχός, ἔτσι καί ἕνα νεότερο μέλος τῆς οἰκογένειας, βρέθηκε στήν ἴδια πνευματική πορεία, στενῶν συγγενικῶν του προσώπων. Ὅταν ἦρθε ἡ εὐλογημένη ὥρα τῆς κουρᾶς καί μετονομασίας, ὁ νέος μοναχός, σ΄ ἔνδειξη ἐκτίμησης καί σεβασμοῦ, θέλησε νά υἱοθετήσει τό καλογερικό ὄνομα τοῦ ΄΄πάππου΄΄ του, Θεοδώρητου.  Ὅπως ἐξακριβώνεται ἀπό τά μοναχολόγια τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου, ὁ Θεοδώρητος γεννήθηκε τό 1820 στό κυπριακό χωριό Πεδουλάς. Ἀναγράφεται σέ χειρόγραφό τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου: ΄΄1877 Θεοδώρητος Ἱεροδιάκονος, Πεδουλᾶς, 57 χρόνων.΄΄

Σέ κάλεσμα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Α΄(1854 – 1865), πρός τούς ἁπανταχοῦ Ὀρθόδοξους κληρικούς, ὥστε νά συμπαρασταθοῦν στόν ἀγώνα του, γιά μόρφωση καί πνευματική καλλιέργεια τῶν Ἑλλήνων τοῦ νησιοῦ, ὁ μοναχός Ἰωαννίκιος Βατοπαιδινός ὁ Κύπριος, ἀνταποκρινόμενος, θέλησε νά συνδράμει σέ αὐτό οὐσιαστικά μέ τόn δικό του τρόπο. Γι΄ αὐτό, ἀπέστειλε στήν Κύπρο τόν ἀνεψιό του μοναχό Θεοδώρητο, ὁ ὁποῖος παρέδωσε προσωπικά τήν βοήθεια τοῦ θείου του, πού ἀνερχόταν σέ ἑξήντα τόμους βιβλίων, περιουσία τῆς προσωπικῆς βιβλιοθήκης τοῦ Ἰωαννίκιου καί ἑκατόν χρυσά αὐστριακά νομίσματα, πού προσφέρθηκαν στά ἐκπαιδευτήρια τῆς Λευκωσίας. Γι΄ ἄλλη μία φορά, ἀποδεικνύεται ἔμπρακτα, ἡ ἀγάπη καί τό ἐνδιαφέρον τῶν μοναχῶν, στήν καλλιέργεια καί ἀνάπτυξη τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων.

Ὀνούφριος μοναχός:   Ὁ Γέροντας Ὀνούφριος ὁ ἐπονομαζόμενος Κύπριος καί αὐτό ἕνεκα τῆς κυπριακῆς καταγωγῆς του, ὑπῆρξε μέλος τῆς μοναδικῆς πολιτείας τοῦ Ἄθωνα, στά μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821 χρόνια. Ἀπό σύντομες ἀναφορές τοῦ Ἁγιαννανίτη ἱερομόναχου Χρύσανθου (1894 – 1981), πού εἶναι καταγραμμένες στό βιβλίο του ΄΄Γεροντικαί ἐνθυμίσεις καί διηγήσεις:΄΄ τόμος α΄), ὁ ἐνάρετος ἀσκητής Ὀνούφριος, ἔζησε στήν Καλύβη τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στήν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, κάτω ἀπό τήν σκέπη τοῦ Γέροντος παπᾶ – Δανιήλ. Σύντομα, μπῆκε στό πνεῦμα τοῦ μοναχισμοῦ, τό ὁποῖο ἐφάρμοσε στό μεγαλύτερο βαθμό πού μποροῦσε, μέσα ἀπό τήν τέλεια ὑπακοή. Κατά μεγάλη πιθανότητα, στό Ὄρος ἔφτασε, χωρίς ἤ μέ ἐλάχιστα πνευματικά ἐφόδια. Ἀξιώθηκε ὅμως να πατήσει στό μέρος τῆς πηγῆς, ὅπου ρέουν ἀφθόνως τά πνευματικά νάματα. Μελέτησε καί κατανόησε τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, διάβασε κι ἑρμήνευσε κείμενα Πατερικά, Γεροντικά, Ἐκκλησιαστικά. Συνασκήθηκε καί συναναστράφηκε μέ Λόγιους ἁγιορεῖτες Πατέρες καί Ἀδελφούς, μέχρι πού ἀξιώθηκε νά φτάσει σέ ὑψηλούς πνευματικούς ἀναβαθμούς καί νά δεχθεῖ τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία μυστικά καί ἀόρατα εύεργετεῖ τά ἐκλεκτά τοῦ Κυρίου δημιουργήματα. Ὁ ἀξιομακάριστος Γέροντας Ὀνούφριος ἐπιδόθηκε καί στήν γραφή καί ἑρμηνεία ὑψηλῶν νοημάτων, τά περισσότερα τῶν ὁποίων, δυστυχῶς, δέν διασώθηκαν. Στίς μέρες μας, σώζονται μία Παράκληση στόν Ἅγιον Παντελεήμονα καί 24 οἶκοι στήν Ἁγία Τριάδα.

Κάποτε ὁ παπᾶ – Μηνᾶς, τῆς Ἁγιαννανίτικης Καλύβης τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ (Γέροντας τοῦ παπᾶ – Χρύσανθου), βλέποντας σκεφτικό τόν ὑποτακτικό του Βικέντιο πού καταγόταν ἀπό τήν Κρήτη, τόν ρώτησε τί σκέφτεται καί ποῦ εἶναι ὁ νοῦς του. Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: – Ἄχ! Νά ἤσουνα στήν Κρήτη καί νά δίδασκες τήν γενεάν μου καί τά mοναστήρια διά νά φύγει ὁ βάρβαρος τρόπος, πού ἔχει ὅλοn τό νησί.

Ὁ παπᾶ – Μηνᾶς τότε τοῦ εἶπε:

– Ἐ! Εὐλογημένε, ἐγώ θέλω, καθώς παρέλαβον ἀπό τόν μακαρίτην τόν Γέρο Ὀνούφριοn τόν Κύπριοn, νά σᾶς διδάξω καί σύ ἐνθυμήθης τήν Κρήτην; Ὁ Ὀνούφριος οὐδέποτε ἐσκέφθη τόν κόσμο, ἔχων αὐτομεμψίαν καί ἀκούοντάς με, ἡ ψυχή του εἶναι γεμάτη χαράν καί δέν μέ διέκοψε καμμίαν φοράν. Ἐσύ, ὅμως, διά νά πάσχης ἀπό ὑπερηφάνειαν, ἐσκέφθης νά γίνης διδάσκαλος εἰς τούς κοσμικούς.

Δίκαια λοιπόν, ὁ παπᾶ – Χρύσανθος, χαρακτηρίζει τόν μακαριστό Ὀνούφριο ὡς Διδάσκαλον τοῦ Γένους. Ἕναn καλόγεροn, ὁ ὁποῖος μέσα ἀπό συνεχεῖς, ἄοκνους κι ἐπίπονους ἀγῶνες, κατάφερε νά καταστεῖ μία ἀτσαλένια πνευματική ράβδος, πού στηρίζει μέχρι τίς μέρες μας ἀρκετούς ἐργάτες τοῦ Ἀμπελῶνος τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ.