Να μοιραστούμε με τους αναγνώστες μας, κάποια λόγια και πράξεις Κυπρίων Γεροντάδων, οι οποίοι δεν είναι και τόσο γνωστοί στα ευρύτερα στρώματα των χριστιανών πιστών, γιατί έζησαν περισσότερο στην αφάνεια.  Παρά ταύτα όμως, άφησαν πίσω τους λόγους πνευματικούς, που σαν μάννα τρέφουν την ψυχή, ιδιαίτερα σε αυτή την εποχή, που πολλοί από εμάς καταντήσαμε άνθρωποι ανάλατοι κι έτσι τα έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ.  Η διδασκαλία των Πατέρων και Γερόντων πρέπει να αποτελέσει και στις μέρες μας βασική πνευματική τροφή, για όλους μας. Είναι αυτή που θα μας οδηγήσει στον Ουράνιο Πατέρα μας, που πάντα μας περιμένει με αγκάλες ανοικτές.  Φτάνει πια τροφή ξυλοκέρατα που έφαγε  ο άσωτος υιός στην φυγή του από τον οίκο του πατέρα του.  Καιρός να βάλουμε πνευματική πλώρη, ώστε να ξεφύγουμε από τα εφήμερα που τέρπουν και να ταξιδέψουμε στα αιώνια που ελέγχουν.  Τέτοια πλώρη μας προσφέρεται και στα λόγια των Πατέρων της Εκκλησίας μας.

Ο Γέρων Ιωσήφ γεννήθηκε το έτος 1890 στο Ριζοκάρπασο της Κύπρου.  Σε νεαρή ηλικία έχασε τη μητέρα του, πράγμα για το οποίο, αναγκάστηκε να να μπει νωρίς  στη βιοπάλη.  Με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, η τότε βρετανική κυβέρνηση της Κύπρου, στρατολογούσε παλικάρια έναντι κάποιας αμοιβής, τα οποία αποστέλλονταν στο μέτωπο. Ένεκα της φτώχειας και της ανεργίας, πολλοί Κύπριοι κατατάγηκαν στο βρετανικό στρατό και αναχώρησαν για τα διάφορα πεδία μαχών.    Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Γέρων Ιωσήφ, κατά κόσμο τότε,  Ιωάννης Χατζηπαναγής.  Βρέθηκε στην Μακεδονία, που μετέφερε με το κάρο τραυματίες πολέμου. Όταν όμως αντιλήφθηκε πως οι Γερμανοί αεροπόροι βομβάρδιζαν και σκότωναν μεταφορείς και τραυματίες, άφησε το πεδίο της μάχης και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί,  εργάστηκε για κάποιο διάστημα ως βοηθός ιπποκόμου.

Φιλοσοφήσας το μάταιο και παροδικό της ζωής του ανθρώπου επί της γης και «μακάριοι οἱ δουλεύοντες τῷ Κυρίω» κατά την Γραφήν και επιποθήσας την μέλλουσα και αιώνιον αληθινή ζωή μετά του Χριστού στη Βασιλεία του, εγκατέλειψε την τίρβην του κόσμου και κάθε κοσμική φροντίδα και πήγε στο Άγιον Όρος, για να ακολουθήσει την μοναχική ζωή.  Το Άγιον Όρος έλκυσε από νωρίς πολλά απαιτητικά πνεύματα για ολοκληρωτική αφιέρωση στον Θεό και πλήρη αφοσίωση στη συνεχόμενη λατρεία Του. Η Κύπρος συνδέθηκε στενά με το Άγιον Όρος διά φιλαρέτων Κυπρίων από τον 10ο αιώνα.  Ο Γέρων Ιωσήφ κάρηκε μοναχός το 1925, στην ιερά Μονή Φιλοθέου.  Στην Μονή Κουτλουμουσίου, πήγε το 1940 και πήρε την Καλύβη του Οσίου Ιωαννικίου. Περί τα τέλη του επίγειου βίου του, ένεκα ρωγμών που παρουσιάστηκαν στην Καλύβη του, την εγκατέλειψε και πήρε την Καλύβη του Αγίου Νικολάου, στην Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος.

Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα (1941 – 1944), ο δούλος του Θεού Ιωσήφ, αρρώστησε σοβαρά και αυτό από τη μεγάλη λύπη του, όταν καταστράφηκε τελείως η στέγη της καλύβης του, από σφοδρούς ανέμους. Αρρώστησε από νευροφυτικά, αλλά ο μόνος γιατρός πού εμπιστεύτηκε για βοήθεια, ήταν  Άγιος Παντελεήμονας.  Ο Γέροντας γνώριζε  ότι οι Άγιοι είναι προικισμένοι με πολλά υπερφυσικά χαρίσματα, τα οποία, χάρις στην ανυπέρβλητη πίστη και αγάπη που τους είχε, υπολόγιζέ σαν να ήταν δικά του.  Ο γιατρός των ψυχών και των σωμάτων, Άγιος Παντελεήμων, βρισκόταν δίπλα από το κελί του και ο Γέρων Ιωσήφ ζήτησε να τον βάλουν μέσα στο Κυριακό της Σκήτης. Γνώριζε καλά, πώς, όταν ἡ πίστη εφαρμόζεται έμπρακτα, επισκιάζεται από την χάρη του  Αγίου Πνεύματος.  Και ότι ο  Θεός βοηθά τον άνθρωπο ανάλογα της προσευχής του.

Έτσι, κουβαλώντας την αρρώστια και την πίστη του – και τα δυο σε μεγάλο βαθμό – κι ένα δοχείο λάδι, για να ξοφλήσει τον Άγιο πού Τον χρειάστηκε, πήγε στο Κυριακό.  Εκεί μέσα παρέμεινε τρία μερόνυκτα νηστεύοντας, προσευχόμενος και ζητώντας την χάρη του Αγίου. Την τρίτη μέρα της παραμονής του, τον επισκέφθηκε ο Άγιος και θεραπεύτηκε. Ο μοναχός Ιωσήφ ξαναδέχτηκε την χάρη του Αγίου Παντελεήμονα, όταν κάποιοι λαϊκοί προσπάθησαν να τον αδικήσουν.

Ο Γέροντας  γνώριζε καλά, ότι, το κυρίαρχο στοιχείο του πνευματικού μας αγώνα, όπως το δίδαξε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός  και μας το παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι η ασκητική και σταυρική χριστιανική ζωή.  «Καί ὅστις οὔ βαστάζει τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἔρχεται ὀπίσω μου, οὔ δύναται εἶναι μου μαθητής».*(Λουκ. ιδ΄, 27).  Η σταυρική πορεία και ο πόνος της, δεν πρέπει να μας τρομάζουν.  Εκείνο που πρέπει να μας τρομάζει είναι η άνετη και βολεμένη ζωή.

Αγρυπνούσε κατάμονος, διάβαζε τίς ευχές της Θείας Μεταλήψεως και καθ΄ όλη την νύκτα διάβαζε και ολόκληρο το Ψαλτήρι.  Ευχαριστούσε τον Άγιο Θεό, που του έδωσε την αρρώστια, κι έτσι καθόταν και έκανε περισσότερα πνευματικά.  Σε συνασκητές του καθώς και επισκέπτες προσκυνητές, έλεγε πως τραβούσε κομποσχοίνι στην Παναγία την Γλυκοφιλούσα της Φιλοθέου, για να τον φυλάει, στην Οικονόμισσα της Λαύρας για να τον συντηρεί, στην Παραμυθία της Βατοπαιδίου, για να τον παραμυθεί στις θλίψεις του.

Έλεγε πως ποτέ δεν έβγαλε την Κύπρο από την καρδιά του επειδή γέννησε Αγίους.   Αναφορικά με τους Μυρόβλητους Αγίους, είχε το σκεπτικό πως απέκτησαν το χάρισμα της  μυρόβλησης για την αγνότητά των.  Και έλεγε ακόμα, πως το χάρισμα αυτό δε δίνεται στον τυχόντα έστω και άγιος να είναι.  Δίνεται μόνον στους παρθένους, στους εγκρατείς και αγνούς κατά το σώμα.

Και μία μέρα να ζήσει ο άνθρωπος επάνω στην γη, αν δεν προσέξει, δύναται να κολασθεί.

Υπέργηρος μεταφέρθηκε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, όπου γηροκομήθηκε.  Ο Γέρων Ιωσήφ κοιμήθηκε στο Άγιον Όρος το έτος 1992, σε ηλικία εκατό δύο χρονών.   Με εντολή που άφησε στους Βατοπαιδινούς μοναχούς, όταν κοιμήθηκε, τάφηκε στην Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος. Αναφέρεται πως είχε φτιάξει, από καιρού, τον Σταυρό του τάφου του.